ΌΤΑΝ ΠΟΛΕΜΑΣ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙΣ Του Σάββα Ηλιοφώτου-πρώην Δημάρχου Στροβόλου
«Μοιάζει σαν επιμόλυνση. Σαν να αγγίξαμε αυτό που κυνηγούσαμε και τελικά μας κόλλησε. Αλλά η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Και πιο οδυνηρή»
Μεγάλωσα πολιτικά σε μια Κύπρο όπου η εξουσία ήταν πελατειακή. Δεν ήταν μυστικό. Ήταν κανονικότητα. Η εξουσία και οι οπαδοί. Οι «δικοί μας» και οι «άλλοι». Η πρόσβαση και η εξυπηρέτηση. Κι εμείς, από την άλλη, κηρύτταμε καθαρότητα.
Μιλούσαμε για αξιοκρατία. Για ήθος. Για σοσιαλιστική ηθική. Για ένα κράτος δικαίου που δεν θα λειτουργεί με ρουσφέτι αλλά με κανόνες.
Βασικά μιλώ για την ΕΔΕΚ. Αλλά, για να είμαστε ειλικρινείς, καλύπτω και ολόκληρο το κομματικό σύστημα — ιδιαίτερα τα μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν, συγκυβέρνησαν, διόρισαν, διαχειρίστηκαν. Το ερώτημα είναι σκληρό:
Πώς ένα κόμμα που οικοδόμησε την ταυτότητά του πάνω στον αγώνα κατά της διαφθοράς, βρέθηκε να βγάζει από τα σπλάχνα του πρόσωπα που σκιάστηκαν ή καταδικάστηκαν για διαφθορά; Πώς φτάσαμε στο σημείο να αιωρούνται σκιές πάνω από την ηγετική πυραμίδα; Πώς ένας τέως Πρόεδρος του κόμματος βρίσκεται αντιμέτωπος με πόρισμα που εισηγείται ποινική διερεύνηση; Μοιάζει σαν επιμόλυνση. Σαν να αγγίξαμε αυτό που κυνηγούσαμε και τελικά μας κόλλησε. Αλλά η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Και πιο οδυνηρή.
Το διπλό πρόσωπο της πολιτικής ηθικής
Από τη μια κηρύτταμε καθαρότητα. Από την άλλη δεν θέλαμε να ενοχλούμε το σύστημα.
Γιατί; Διότι μέσα από αυτό το σύστημα αντλούσαν οι ηγέτες μας, οι βουλευτές μας τη δυνατότητα να «βοηθούν» τα μέλη και τους οπαδούς. Να προσελκύουν ψηφοφόρους. Μπορούσαν οι υπουργοί μας να κανονίζουν στρατιώτες να υπηρετούν κοντά στο σπίτι τους, να γίνονται αξιωματικοί και να προάγονται χωρίς προσόντα ,να προσλαμβάνουν έκτακτους εργάτες και να προάγουν βαριάνους ή να διορίζουν μέχρι και Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών. Διότι σε μια μικρή κοινωνία, η πίεση να εξυπηρετήσεις τον «δικό σου άνθρωπο» είναι καθημερινή και ασφυκτική. Διότι αν δεν συμμετείχες στο παιχνίδι, κινδύνευες να αποκοπείς πολιτικά. Και έτσι γεννήθηκε η μεγάλη αντίφαση: Στη ρητορική ήμασταν αντι-πελατειακοί. Στην πράξη δεν συγκρουστήκαμε ποτέ ολοκληρωτικά με το πελατειακό κράτος. Δεν το ανατρέψαμε. Το διαχειριστήκαμε. Και όταν διαχειρίζεσαι ένα σύστημα που θεωρείς άδικο, χωρίς να το αλλάζεις, σιγά-σιγά αρχίζεις να του μοιάζεις.
Η αργή μετατόπιση
Κανένα κόμμα δεν ξυπνά ένα πρωί διεφθαρμένο. Η διολίσθηση είναι αργή. Σχεδόν ανεπαίσθητη. Πρώτα έρχεται ο «μικρός συμβιβασμός». Μετά η ανοχή. Μετά η δικαιολόγηση. «Δεν είναι διαφθορά, είναι διευκόλυνση». «Όλοι το κάνουν». «Αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνουν οι άλλοι». «Πρέπει να κρατήσουμε τις θέσεις μας για να προσφέρουμε». Και κάπως έτσι, ένα κόμμα που γεννήθηκε ως ηθικό κίνημα μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβίωσης. Η εξουσία, ακόμη και η μικρή εξουσία, αλλάζει τον τρόπο που σκέφτεσαι. Σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι είσαι αναγκαίος. Ότι δικαιούσαι μια εξαίρεση. Ότι η δική σου πρόθεση είναι καθαρή — άρα και η πράξη σου ανεκτή. Αυτό δεν αφορά μόνο την ΕΔΕΚ. Αφορά το ΔΗΣΥ. Αφορά το ΑΚΕΛ. Αφορά το ΔΗΚΟ. Αφορά όποιο κόμμα έζησε για χρόνια κοντά στην κρατική εξουσία.
Η διαφορά είναι ότι για ένα κόμμα που οικοδόμησε την ύπαρξή του πάνω στην ηθική υπεροχή, η πτώση είναι βαρύτερη. Γιατί δεν είναι μόνο πολιτική· είναι υπαρξιακή. Αυτό συμβαίνει με την ΕΔΕΚ.
Η ψυχολογία της «ηθικής αδειοδότησης»
Όταν πιστεύεις βαθιά ότι είσαι με τους «καθαρούς», δημιουργείς μέσα σου ένα απόθεμα ηθικής πίστωσης. Και τότε, ασυνείδητα, επιτρέπεις στον εαυτό σου πράγματα που αν τα έβλεπες στους άλλους θα τα κατήγγελλες. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο.
Όχι η συνειδητή διαφθορά — αλλά η αυτοδικαιολόγηση.
Και όταν έρθουν οι σκιές, οι αποκαλύψεις, τα πορίσματα, ενεργοποιείται ένας άλλος μηχανισμός: η άμυνα. Δεν βλέπουμε το πρόβλημα ως εσωτερικό. Το βλέπουμε ως επίθεση. Ως στοχοποίηση. Ως σχέδιο αποδυνάμωσης. Και αντί για αυτοκάθαρση, επιλέγουμε συσπείρωση. Πιο ορατό παράδειγμα το τι συνέβηκε με το ΑΚΕΛ στην περίπτωση καταδίκης ανώτατου στελέχους του για διαφθορά.
Το κυπριακό υπόστρωμα
Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το περιβάλλον.
Η Κύπρος είναι μικρή κοινωνία. Όλοι γνωρίζονται. Οι οικογενειακές, επαγγελματικές και πολιτικές σχέσεις τέμνονται. Η πολιτική δεν είναι απρόσωπη. Είναι προσωπική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγκρουση με το πελατειακό μοντέλο απαιτεί ρήξη — όχι διαχείριση. Και καμία μεγάλη πολιτική δύναμη δεν τόλμησε πραγματικά αυτή τη ρήξη.
Γιατί το κόστος είναι άμεσο και πολιτικά οδυνηρό. Τη τόλμησαν οι μικροί, στο πρώιμο στάδιο η ΕΔΕΚ και σε όλη την διαδρομή τους οι Οικολόγοι. Δεν επιβραβεύτηκαν με ψηλά ποσοστά από μια κοινωνία βυθισμένη βαθιά στην πελατειακή σχέση. Οι πολίτες χρησιμοποίησαν τους Οικολόγους περισσότερο ως απειλή προς τα δικά τους κόμματα, εκεί που δεν ένοιωθαν να τους «εξυπηρετούν», παρά ως επιλογή ορθοφροσύνης και τιμιότητας.
Η τραγική ειρωνεία
Το πιο οδυνηρό δεν είναι ότι υπάρχουν σκιές. Είναι ότι διαρρηγνύεται η εμπιστοσύνη.
Όταν ένα κόμμα που μίλησε για ήθος βρεθεί αντιμέτωπο με υποθέσεις διαφθοράς, η κοινωνία δεν λέει απλώς «απογοητεύτηκα». Λέει: «Όλοι ίδιοι είναι».
Και αυτό είναι το μεγαλύτερο έγκλημα απέναντι στη δημοκρατία. Διότι ο κυνισμός σκοτώνει την πολιτική συμμετοχή. Η γενικευμένη απαξίωση ισοπεδώνει τα πάντα και γεννά φαινόμενα όπως του Φειδία και των «σωτήρων» από την διαφθορά μέσα από άτομα που ανελίχθηκαν από την ίδια την αναξιοκρατία και την διαφθορά.
Και τώρα;
Το ερώτημα δεν είναι αν έγινε λάθος. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει κουλτούρα αυτοκάθαρσης. Υπάρχει διάθεση:
• για εσωτερική λογοδοσία;
• για ανανέωση προσώπων;
• για αποδοχή ευθύνης χωρίς συμψηφισμούς;
• για πραγματική ρήξη με το πελατειακό κράτος;
Αν όχι, τότε δεν μιλούμε για «επιμόλυνση». Μιλούμε για αφομοίωση.
Και αν η ΕΔΕΚ — αλλά και τα υπόλοιπα μεγάλα κόμματα — δεν αναμετρηθούν ειλικρινά με αυτό το φαινόμενο, τότε δεν θα χάσουν μόνο εκλογικά ποσοστά. Θα χάσουν τον λόγο ύπαρξής τους.
Ειδικά η ΕΔΕΚ έχει την δυνατότητα να δείξει ότι αλλάζει ουσιαστικά, με το να ζητήσει την απομάκρυνση του τέως Προέδρου της με δεδομένη την πολιτική ευθύνη για τον διασυρμό του κόμματος και όχι την ποινική, γιατί αυτή μένει να κριθεί από την δικαιοσύνη και μέχρι τότες είναι ανύπαρκτη.
Το ερώτημα σήμερα δεν είναι αν μπορούμε να επιστρέψουμε στην αθωότητα.
Αυτή χάθηκε. Το ερώτημα είναι αν έχουμε το θάρρος να επιστρέψουμε στην αλήθεια.
Σχόλια