ΌΤΑΝ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΡΕΣΕΙ, ΔΕΝ ΤΗΝ ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΟΥΜΕ Του Σάββα Ηλιοφώτου-πρώην Δημάρχου Στροβόλου
Η Δικαιοσύνη δεν είναι θέμα προσωπικής ικανοποίησης. Είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας.
Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του τέως Γενικού Ελεγκτή, με την οποία αμφισβήτησε ευθέως την απόφαση του Κακουργοδικείου που αθώωσε με πλειοψηφία τους δύο κατηγορούμενους, δεν είναι μια απλή πολιτική τοποθέτηση. Είναι μια πράξη με βαθύ θεσμικό αποτύπωμα. Όταν αποδίδεται μια δικαστική κρίση σε «σχεδιασμό» πρώην Προέδρου, σε χειραγώγηση εισαγγελέων που διορίστηκαν από αυτόν και σε συνενοχή του νυν Προέδρου, τότε δεν ασκείται απλώς κριτική σε μια απόφαση. Τίθεται υπό αμφισβήτηση ο ίδιος ο πυρήνας της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Σε ένα κράτος δικαίου, οι αποφάσεις των δικαστηρίων μπορεί να μας ικανοποιούν ή να μας εξοργίζουν. Μπορεί να θεωρούμε ότι αποδίδουν δικαιοσύνη ή ότι αποτυγχάνουν. Όμως η αποδοχή της θεσμικής τους ισχύος είναι όρος επιβίωσης της Δημοκρατίας. Αν κάθε απόφαση που δεν μας είναι αρεστή βαφτίζεται προϊόν σκοτεινής συναλλαγής, τότε δεν πλήττεται μόνο μια συγκεκριμένη υπόθεση· διαβρώνεται η ίδια η έννοια της θεσμικής εμπιστοσύνης.
Η μάχη κατά της διαφθοράς είναι αναγκαία. Είναι ηθική υποχρέωση. Όμως δεν μπορεί να δίνεται με όπλο τη γενικευμένη απαξίωση των θεσμών. Διότι τότε μετατρέπεται από αγώνα κάθαρσης σε εργαλείο πολιτικής κεφαλαιοποίησης. Όταν καλλιεργείται η ιδέα ότι «όλα είναι στημένα», ότι οι δικαστές λειτουργούν κατ’ εντολήν, ότι οι θεσμοί είναι απλώς βιτρίνες εξουσίας, τότε η κοινωνία οδηγείται σε ένα επικίνδυνο σημείο: στην απονομιμοποίηση του ίδιου του συστήματος που εγγυάται τα δικαιώματά της.
Αυτό το φαινόμενο έχει όνομα. Είναι θεσμικός λαϊκισμός. Είναι η στρατηγική κατά την οποία η οργή της κοινωνίας μετατρέπεται σε γενικευμένη δυσπιστία προς κάθε ανεξάρτητη αρχή, με την υπόσχεση ότι μόνο ένας «αδιάφθορος» εκφράζει την αλήθεια. Όμως η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με μεσσίες. Λειτουργεί με κανόνες, με αντίβαρα, με διακριτές εξουσίες.
Το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα για ένα κράτος δικαίου δεν είναι μια αμφιλεγόμενη δικαστική απόφαση. Είναι η καλλιέργεια της πεποίθησης ότι δεν υπάρχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Διότι όταν οι πολίτες πάψουν να πιστεύουν στους θεσμούς, τότε δεν αναζητούν μεταρρύθμιση — αναζητούν αποδόμηση.
Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη των πολιτών.
Οι πολίτες δεν πρέπει να γίνονται όμηροι γενικεύσεων. Δεν πρέπει να ταυτίζουν την απογοήτευση με την κατάρρευση. Οφείλουν:
Πρώτον, να διαχωρίζουν την κριτική από τη συκοφαντική ισοπέδωση. Είναι θεμιτό να διαφωνεί κανείς με μια απόφαση. Δεν είναι θεμιτό να υιοθετεί άκριτα θεωρίες συνωμοσίας χωρίς τεκμηρίωση.
Δεύτερον, να ζητούν αποδείξεις, όχι εντυπώσεις. Η σοβαρή καταγγελία συνοδεύεται από στοιχεία και θεσμικές διαδικασίες, όχι από προεκλογικές κορώνες.
Τρίτον, να προστατεύουν οι ίδιοι τη θεσμική τους ασφάλεια. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν είναι προνόμιο των δικαστών· είναι δικαίωμα των πολιτών. Όταν απαξιώνεται, ο χαμένος δεν είναι το δικαστήριο. Είναι η κοινωνία.
Τέταρτον, να απαιτούν μεταρρυθμίσεις μέσα από το Σύνταγμα και τους νόμους, όχι μέσα από τη διάλυση της εμπιστοσύνης. Η ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας περνά από θεσμικές τομές, όχι από την καλλιέργεια θυμού.
Η Δημοκρατία αντέχει την κριτική. Δεν αντέχει τη συστηματική απονομιμοποίηση. Η Δικαιοσύνη μπορεί να ελέγχεται. Δεν μπορεί να υπονομεύεται κάθε φορά που δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες μας.
Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι αν μια απόφαση μας ικανοποίησε. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε να ζούμε σε μια χώρα όπου οι αποφάσεις κρίνονται με βάση τον νόμο ή με βάση τη συμπάθεια προς το αποτέλεσμα.
Αν επιλέξουμε το δεύτερο, τότε δεν θα έχουμε απλώς διαφωνήσει με ένα δικαστήριο. Θα έχουμε αποδυναμώσει το ίδιο το θεμέλιο που κρατά όρθια τη Δημοκρατία μας.
Σχόλια