ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΤΙΜΩΡΙΑΣ Του Σάββα Ηλιοφώτου-Πρώην Δημάρχου Στροβόλου
‘Η περίπτωση του Δημάρχου Πάφου: πού τελειώνει η αναγκαία κοινωνική ευαισθησία και πού αρχίζει η συλλογική αυθαιρεσία;’
Η ευτυχία τεσσάρων ανθρώπων, ανάμεσά τους δύο ανήλικα παιδιά, μοιάζει να παίζεται στη ρουλέτα μιας κοινωνίας που δεν γνωρίζει να περιμένει. Μιας κοινωνίας που, αντί να σταθεί με σύνεση και υπευθυνότητα, συχνά βιάζεται να αντλήσει ηθική ικανοποίηση από τη δυστυχία που γεννούν τα ερείπια μιας οικογένειας. Η αναφορά στην περίπτωση του Δημάρχου Πάφου, ο οποίος φέρεται να κακοποίησε τη σύζυγό του, επαναφέρει με ένταση ένα ερώτημα παλιό αλλά διαχρονικά επίκαιρο: πού τελειώνει η αναγκαία κοινωνική ευαισθησία και πού αρχίζει η συλλογική αυθαιρεσία;
Από την αρχή οφείλουμε να είμαστε ξεκάθαροι. Η ενδοοικογενειακή βία, όπως και κάθε μορφή βίας, δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Το κράτος δικαίου, οι διεθνείς συμβάσεις και η ίδια η ηθική μας συνείδηση επιβάλλουν την προστασία των θυμάτων, την πρόληψη της βίας και την απόδοση ευθυνών όπου αυτές αποδεικνύονται. Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει, θέτει σαφές πλαίσιο πρόληψης, προστασίας και ποινικής αντιμετώπισης της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Το ίδιο πράττει και η εθνική νομοθεσία.
Ωστόσο, μέσα σε αυτό το απολύτως αναγκαίο πλαίσιο προστασίας, υπάρχει μια λεπτή αλλά θεμελιώδης γραμμή που ως κοινωνία δεν δικαιούμαστε να περάσουμε. Αυτή η γραμμή ονομάζεται τεκμήριο της αθωότητας. Πρόκειται για ακρογωνιαίο λίθο του κράτους δικαίου, κατοχυρωμένο τόσο στο Σύνταγμα όσο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κανείς δεν θεωρείται ένοχος προτού η ενοχή του αποδειχθεί από αρμόδιο δικαστήριο.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν, υποθετικά ή πραγματικά, ένα περιστατικό — ή ακόμη και δύο — ανήκει στο παρελθόν, και το ίδιο το ζευγάρι φέρεται να έχει επιλέξει τη συμφιλίωση, έχοντας σταθμίσει τις συνέπειες στα παιδιά του και στη συνοχή της οικογένειας. Αν αυτοί οι άνθρωποι επέλεξαν να αφήσουν πίσω τους τις άτυχες στιγμές και να συνεχίσουν τη ζωή τους, ποιο είναι το δικαίωμα της κοινωνίας να επανέλθει τιμωρητικά; Ποια η νομιμοποίηση του δημόσιου λιθοβολισμού;
Η κοινωνία δεν είναι δικαστήριο. Ούτε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υποκαθιστούν τη Δικαιοσύνη. Όταν η κοινωνική κατακραυγή μετατρέπεται σε αυτόματη καταδίκη, τότε παύουμε να λειτουργούμε ως κοινότητα δικαίου και διολισθαίνουμε σε μια μορφή συλλογικής εκδικητικότητας. Το αποτέλεσμα δεν είναι η πρόοδος, αλλά η ζημιά: ζημιά στα παιδιά που στιγματίζονται, ζημιά στους θεσμούς που ευτελίζονται, ζημιά στην ίδια την έννοια της επανένταξης και της ανθρώπινης αλλαγής.
Το παράδειγμα του ανθρώπου που έπεσε στα ναρκωτικά, προκάλεσε την κοινωνία με τις πράξεις του, αλλά στη συνέχεια απεξαρτήθηκε και ξαναβρήκε τα πόδια του, είναι αποκαλυπτικό. Αν η κοινωνία αρνηθεί το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία, τότε δεν λειτουργεί θεραπευτικά αλλά τιμωρητικά χωρίς τέλος. Και τότε, αντί να αποτρέπει την επιστροφή στην «κόλαση του παρελθόντος», την επιβάλλει.
Η ευαισθησία που απαιτεί το ζήτημα δεν είναι επιλεκτική. Δεν αφορά μόνο την προστασία του θύματος — που είναι απολύτως αναγκαία — αλλά και την προστασία των παιδιών, της οικογένειας ως κοινωνικού πυρήνα, και των θεμελιωδών αρχών του δικαίου. Η κοινωνική ευθύνη δεν εξαντλείται στην καταγγελία. Περιλαμβάνει και τη σύνεση, την αναμονή της κρίσης της Δικαιοσύνης, και την αποδοχή ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει.
Προς όφελος της κοινωνίας, λοιπόν, και όχι προς ζημιά της, οφείλουμε να υπερασπιστούμε ταυτόχρονα δύο αξίες: μηδενική ανοχή στη βία και απόλυτο σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας. Η μία χωρίς την άλλη δεν παράγει δικαιοσύνη. Παράγει μόνο φόβο, υποκρισία και κοινωνική αποσύνθεση.
Και μια κοινωνία που τρέφεται από την καταστροφή των οικογενειών της, στο τέλος καταστρέφει τον ίδιο της τον εαυτό.
ΥΓ: Οταν ο Δήμαρχος Πάφου ύψωσε τον καταγγελτικό το λόγο μεσούρανα, η κοινωνία ηδονιζόταν με την λογική ότι κάποιος επιτέλους τα λέει έξω από τα δόντια.Το ίδιο συνέβηκε και εξακολουθεί να συμβαίνει με τον καταγγελτικό λόγο του τέως Γενικού Ελεγκτή και νυν πολιτευτή επί κεφαλής του ΑΛΜΑΤΟΣ,των βουλευτριών Χαραλαμπίδου και Ατταλίδου και παλαιότερα του Γιώργου Περδίκη. Τα φαινόμενα αυτά βλαστάνουν εκεί που οι θεσμοί παρουσιάζουν προβλήματα. Ο καταγγελτικός λόγος γίνεται το αλκοόλ με το οποίο μεθάς την κοινωνία για να μπορέσεις μετά να την χειραγωγήσεις έστω και προσωρινά γιατί μακροπρόθεσμα η τακτική αυτή εκπίπτει. Όλα θέλουν ένα μέτρο. Η αλήθεια αυτή δεν μπορεί να μας οδηγεί να κλείνουμε τα μάτια όταν τα είδωλα του καταγγελτικού λόγου αποκαθηλώνονται και λαμβάνουν την μάχαιρα την οποία οποία πολλάκις τα ίδια τα είδωλα έδωσαν σε αθώους ανθρώπους ....
Σχόλια