Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΩΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑ
Δεν μπήκε με ταμπούρλα και σημαίες.
Δεν ανακοίνωσε άφιξη.
Ήρθε σιγά-σιγά, σαν την υγρασία στους τοίχους των παλιών σπιτιών.
Στην αρχή ήταν μια «εξυπηρέτηση».
Μετά μια «διευκόλυνση».
Ύστερα ένα «έτσι γίνονται τα πράγματα».
Και στο τέλος έγινε τρόπος ζωής.
Μάθαμε να ζούμε με τη διαφθορά όπως ζούμε με την κακοκαιρία:
δεν τη διαλέξαμε, αλλά μάθαμε να την υπομένουμε.
Και το χειρότερο; Να την δικαιολογούμε.
«Ε, όλοι το κάνουν».
«Να μείνει πίσω δηλαδή;»
«Αφού το σύστημα έτσι δουλεύει».
Κάπως έτσι η παρατυπία έγινε κανονικότητα και η κανονικότητα πολιτική κουλτούρα.
Ξεκίνησε με προσφορά ενός δείπνου.
Ενός ρολογιού στα γενέθλια.
Δύο εισιτηρίων για διακοπές.
Έγιναν βαλίτσες με λεφτά.
Συμβόλαια «με τη μίζα στο χέρι».
Και όλοι κάτι ήξεραν.
Αλλά κανείς δεν ήξερε αρκετά για να μιλήσει.
Όποιος μιλούσε, μάθαινε γρήγορα τη φράση-κλειδί της κυπριακής πολιτικής ζωής:
«Δεν είναι δουλειά σου».
«Φωνάζει επειδή δεν του έδωσαν και αυτού»
Έτσι μεγαλώσαμε γενιές που έμαθαν πως το πρόβλημα δεν είναι η διαφθορά,
αλλά να εκτεθείς καταγγέλλοντάς την.
Κι όταν πού και πού κάποιος πήγαινε φυλακή,
δεν ήταν για το μεγάλο φαγοπότι.
Ήταν για κάτι μικρό, τεχνικό, διαδικαστικό.
Όπως εκείνους τους μαφιόζους που τους έπιασαν για φόρους.
Και εμείς ανακουφιζόμασταν:
«Είδες; Υπάρχει δικαιοσύνη».
Σήμερα πια δεν σοκαριζόμαστε.
Σηκώνουμε τους ώμους.
Αλλάζουμε κανάλι.
Σχολιάζουμε στο καφενείο.
Η διαφθορά δεν μας θυμώνει.
Μας κουράζει.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο στάδιο απ’ όλα.
Όταν η κοινωνία δεν αγανακτεί,
απλώς συνηθίζει.
Γιατί τότε η διαφθορά παύει να είναι σκάνδαλο.
Γίνεται παράδοση.
Και οι παραδόσεις, ξέρεις,
δεν αμφισβητούνται εύκολα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, γεννήθηκε τα τελευταία χρόνια και ένα νέο είδος:
οι επαγγελματίες διώκτες της διαφθοράς.
Δεν παλεύουν απαραίτητα να την εξαλείψουν.
Τη διαλαλούν. Από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Μιλούν για ένα σύστημα του οποίου υπήρξαν μέρος.
Μιλούν για ένα σύστημα όπου «όλοι κλέβουν»,
χωρίς ονόματα, χωρίς αποδείξεις, χωρίς τέλος.
Γιατί όταν όλοι είναι ένοχοι,
ο καταγγέλλων παραμένει μόνιμα αθώος.
Η διαφθορά, από κοινωνικό πρόβλημα, έγινε πολιτικό κεφάλαιο.
Όχι κάτι που πρέπει να λυθεί,
αλλά κάτι που πρέπει να συντηρείται,
για να υπάρχει λόγος ύπαρξης του σωτήρα.
Έτσι, αντί να καθαρίζει το τοπίο,
γεμίζει με φωνές, καχυποψία και ηθικά πιστοποιητικά μιας χρήσης.
Και η κοινωνία, κουρασμένη πια,
δεν ξεχωρίζει αν κάποιοι θέλουν πράγματι να συγκρουστούν με το τέρας
ή απλώς να το καβαλήσουν.
Σχόλια