Λύση με Στρατεύματα ή Λύση με Εμπιστοσύνη; Το Πραγματικό Δίλημμα της Επόμενης Μέρας- Του Σάββα Ηλιοφώτου πρώην Δημάρχου Στροβόλου
Στο προηγούμενο μου άρθρο έγραψα για τις εγγυήσεις. Σήμερα θέλω να μιλήσω για το ζήτημα της παραμονής ή μη των τουρκικών στρατευμάτων μετά τη λύση του Κυπριακού.
Για εμάς τους Ελληνοκύπριους τα τουρκικά στρατεύματα είναι κατοχικά. Είναι η υλική απόδειξη μιας τραγωδίας που δεν έχει κλείσει. Για τους Τουρκοκύπριους, όμως, αποτελούν ασπίδα. Είναι η εγγύηση ότι δεν θα ξαναζήσουν όσα φοβούνται ότι έζησαν στο παρελθόν. Αυτή η αντίθεση δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι βαθιά υπαρξιακή.
Όμως ας μιλήσουμε ειλικρινά. Πιστεύω ότι σε ένα επανενωμένο, ευρωπαϊκό, κυρίαρχο κράτος, η μόνιμη παρουσία ξένων στρατευμάτων δεν μπορεί να αποτελεί στοιχείο κανονικότητας. Δεν μπορεί να είναι η βάση της ειρήνης. Η ειρήνη που στηρίζεται σε στρατιωτική επιτήρηση είναι εύθραυστη. Και κυρίως, δεν θεραπεύει την έλλειψη εμπιστοσύνης· τη συντηρεί.
Δεν παραγνωρίζω τον φόβο των Τουρκοκυπρίων. Ο φόβος δεν διαγράφεται με ρητορική. Αν τον αγνοήσουμε, θα υπονομεύσει κάθε συμφωνία πριν ακόμη εφαρμοστεί. Όμως άλλο πράγμα η κατανόηση και άλλο η αποδοχή μιας μόνιμης στρατιωτικής εξάρτησης.
Αν μετά τη λύση παραμείνουν τουρκικά στρατεύματα – ή οποιαδήποτε ξένα στρατεύματα – ποιο μήνυμα θα δίνουμε; Ότι το νέο κράτος δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του; Ότι οι δύο κοινότητες δεν μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς επιτηρητή; Ότι η κυριαρχία μας είναι υπό όρους;
Η δική μου θέση είναι καθαρή: η λύση πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη αποχώρηση ξένων στρατευμάτων, με συγκεκριμένο και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα. Όχι αοριστίες. Όχι «επανεξετάσεις». Συγκεκριμένες ημερομηνίες, συγκεκριμένα στάδια, σαφής κατάληξη.
Αν χρειαστεί μεταβατική περίοδος, αυτή να είναι σύντομη, με διεθνή – όχι μονομερή – εποπτεία. Ένας μηχανισμός εφαρμογής της συμφωνίας υπό τον ΟΗΕ ή με ισχυρή ευρωπαϊκή συμμετοχή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα εμπιστοσύνης. Όχι όμως μόνιμη στρατιωτική παρουσία τρίτης χώρας.
Πρέπει επιτέλους να περάσουμε από τη λογική της «στρατιωτικής εγγύησης» στη λογική της θεσμικής ασφάλειας. Ισχυρό Σύνταγμα. Ξεκάθαροι μηχανισμοί επίλυσης διαφορών. Πραγματική πολιτική ισότητα. Ευρωπαϊκό κεκτημένο πλήρως εφαρμοσμένο. Αυτά δημιουργούν ασφάλεια. Όχι τα όπλα.
Ξέρω ότι κάποιοι θα πουν πως αυτά είναι ρομαντικά. Ότι η πραγματικότητα είναι σκληρή. Ναι, είναι. Αλλά εξίσου σκληρή είναι και η διαπίστωση ότι πενήντα και πλέον χρόνια μετά, εξακολουθούμε να συζητούμε τη μόνιμη παρουσία στρατών στο ίδιο μας το σπίτι.
Αν θέλουμε μια λύση βιώσιμη, δεν μπορεί να βασίζεται στον φόβο. Πρέπει να βασίζεται στη βούληση να συνυπάρξουμε ως ισότιμοι πολίτες ενός κοινού κράτους. Η ασφάλεια και των δύο κοινοτήτων είναι αδιαπραγμάτευτη. Όμως η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη. Δεν μπορεί η μία κοινότητα να αισθάνεται προστατευμένη και η άλλη υπό επιτήρηση.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι απλώς η αποχώρηση στρατευμάτων. Είναι η αποχώρηση της καχυποψίας από τη σκέψη μας. Και αυτό δεν θα το πετύχουν οι στρατηγοί. Θα το πετύχουμε – αν το θελήσουμε – εμείς.
Η ειρήνη δεν χρειάζεται στρατεύματα για να σταθεί. Χρειάζεται θάρρος. Και το θάρρος σήμερα είναι να πούμε ότι η Κύπρος, μετά τη λύση, πρέπει να ανήκει μόνο στους πολίτες της. Χωρίς ξένες μπότες στο έδαφός της.
Σχόλια