ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Ή ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ; Του Σάββα Ηλιοφώτου-πρώην Δημάρχου Στροβόλου
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Ή ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ;
Η προχθεσινή απόφαση του Κακουργοδικείου, με την οποία κατά πλειοψηφία αθωώθηκαν οι Δημήτρης Συλλούρης και Χρίστος Τζιοβάνης, δεν έκλεισε έναν κύκλο. Άνοιξε έναν πολύ πιο ουσιαστικό. Τον κύκλο της συζήτησης για το τι εννοούμε όταν μιλούμε για Δικαιοσύνη.
Γιατί το ερώτημα σήμερα δεν είναι αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με την απόφαση. Το ερώτημα είναι βαθύτερο: Η Δικαιοσύνη υπάρχει για να ικανοποιεί το κοινό αίσθημα ή για να εφαρμόζει, ψύχραιμα και αυστηρά, τον νόμο;
Το περιβόητο βίντεο του Al Jazeera δημιούργησε μια πρωτοφανή κοινωνική και πολιτική έκρηξη. Η εικόνα προηγήθηκε της διαδικασίας. Η κατακραυγή διαμόρφωσε κλίμα. Οι δύο πολιτικοί καταδικάστηκαν πρώτα στη συνείδηση της κοινωνίας και μετά οδηγήθηκαν ενώπιον της Δικαιοσύνης. Η δημόσια διαπόμπευση υπήρξε άμεση, βίαιη και ολοκληρωτική.
Σε τέτοιες στιγμές δοκιμάζονται οι θεσμοί. Διότι όταν η κοινωνία βράζει, η Δικαιοσύνη οφείλει να παραμένει ψύχραιμη. Όταν η οργή απαιτεί τιμωρία, ο δικαστής οφείλει να απαιτεί απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Η απόφαση ήταν κατά πλειοψηφία. Αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι η υπόθεση δεν ήταν ούτε απλή ούτε προφανής. Υπήρξε νομική διαφωνία μέσα στο ίδιο το Δικαστήριο. Και αυτό είναι στοιχείο υγείας του θεσμού — όχι αδυναμίας του.
Η πρόθεση της Νομικής Υπηρεσίας να εφεσιβάλει την απόφαση είναι θεσμικά θεμιτή. Η έφεση είναι εργαλείο ελέγχου και όχι πράξη εκδίκησης. Όμως εδώ αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Η έφεση ασκείται επειδή υπάρχει σοβαρή νομική πεποίθηση ότι η πλειοψηφία έσφαλε; Ή επειδή η κοινωνία δεν αντέχει να ακούει ότι “κανείς δεν τιμωρήθηκε”;
Αν το κίνητρο είναι το πρώτο, τότε η διαδικασία κινείται εντός του κράτους δικαίου.
Αν όμως υπεισέρχεται — έστω και ασυνείδητα — η ανάγκη ικανοποίησης της κοινωνικής αγανάκτησης, τότε βρισκόμαστε σε επικίνδυνο έδαφος.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι μηχανισμός αποκατάστασης της θεσμικής εικόνας μέσω καταδικών. Δεν είναι εργαλείο κατευνασμού της οργής. Δεν είναι σκηνή συμβολικών θυσιών για να νιώσει η κοινωνία ότι “κάτι έγινε”.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι η κοινωνία έχει δικαίωμα να απαιτεί λογοδοσία. Όταν δημόσια πρόσωπα εμφανίζονται σε εικόνες που δημιουργούν εύλογη υπόνοια διαφθοράς, η αδράνεια θα ήταν συνενοχή. Η δίωξη, εφόσον υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, είναι υποχρέωση της Πολιτείας.
Το κρίσιμο όμως δεν είναι αν διώχθηκαν. Είναι αν η υπόθεση στηρίχθηκε σε στέρεη, νομικά βιώσιμη βάση. Αν το κατηγορητήριο μπορούσε να σταθεί στο αυστηρό επίπεδο της ποινικής απόδειξης. Διότι η ποινική διαδικασία δεν λειτουργεί με εντυπώσεις. Λειτουργεί με αποδείξεις.
Και εδώ αγγίζουμε ένα άλλο, δυσάρεστο αλλά αναγκαίο σημείο: Η διαπόμπευση είναι πραγματική. Ακόμη και αν μια έφεση οδηγήσει σε ανατροπή. Ακόμη και αν υπάρξει τελική καταδίκη ή τελεσίδικη αθώωση. Η δημόσια εικόνα δύο ανθρώπων έχει ήδη καταστραφεί. Το κοινωνικό δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει.
Μετρά αυτό στην έννοια της Δικαιοσύνης;
Θεσμικά, όχι. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να αποφεύγει τη δίωξη επειδή φοβάται τη δημόσια έκθεση του κατηγορουμένου. Αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να αγνοεί ότι η ποινική διαδικασία σε υποθέσεις με τεράστια δημοσιότητα λειτουργεί ως μηχανισμός ηθικής εκτέλεσης πριν από την τελική κρίση.
Η μεγάλη δοκιμασία για τη Νομική Υπηρεσία και για το ίδιο το κράτος δικαίου είναι μία: Να αποδείξουν ότι ενεργούν μόνο με νομικά κριτήρια. Όχι με επικοινωνιακά. Όχι με πολιτικά. Όχι με συναισθηματικά.
Διότι το πιο επικίνδυνο για μια δημοκρατία δεν είναι να αθωωθούν πρόσωπα που η κοινή γνώμη θεωρεί ένοχα. Το πιο επικίνδυνο είναι να αρχίσουμε να θεωρούμε ότι η καταδίκη είναι αναγκαία για να νιώσουμε δικαιωμένοι.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι εκτόνωση. Είναι θεσμός.
Και ο θεσμός οφείλει να αντέχει — ακόμη και όταν η κοινωνία δεν αντέχει την απόφασή του.
Σχόλια