ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ -ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ Του Σάββα Ηλιοφώτου-πρώην Δημάρχου Στροβόλου

«Ίσως τότε να καταλάβουμε ότι τίποτε από όσα ζούμε δεν χάνεται πραγματικά. Γιατί η πιο βαθιά μνήμη δεν είναι αυτή που κρατά ο εγκέφαλος. Είναι αυτή που κρατούν οι άνθρωποι» Κάθομαι σιωπηλός στο γραφείο. Η σιγαλιά της απουσίας των πάντων μου κάνει συντροφιά. Το κτίριο ακόμη κοιμάται. Οι διάδρομοι είναι άδειοι, τα γραφεία κλειστά, οι φωνές δεν έχουν ακόμη γεννηθεί για τη μέρα που έρχεται. Απολαμβάνω από τη μια τον χρόνο που είναι ολόκληρος δικός μου. Μια μικρή πολυτέλεια μέσα στη βιασύνη της ζωής. Και από την άλλη πιάνω τον εαυτό μου να περιμένει. Περιμένω τους νέους και τις νέες του γραφείου να εμφανιστούν, να ανοίξουν τις πόρτες, να φέρουν μαζί τους τον θόρυβο της ζωής. Είναι σαν μια σιωπηλή επανασύνδεση. Ανάμεσα σε αυτό που είμαι σήμερα και σε αυτό που ήμουν πριν μερικά χρόνια. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή έρχονται καμιά φορά και άλλες σκέψεις. Σκέψεις μικρές, σχεδόν ασήμαντες, που όμως σε κάνουν να σταματήσεις για λίγο. Λέω ότι προτού φύγω «Πρέπει να πάρω το τηλέφωνο». Έρχεται η ώρα, φεύγω και διαπιστώνω ότι άφησα το τηλέφωνο στο γραφείο. Ευτυχώς ακόμα το αντιλαμβάνομαι γρήγορα. Βλέπω μια σειρά στο νέτφλιξ το βράδυ. Τη διακόπτω και όταν επιστρέφω δεν θυμάμαι πού έμεινα. Μερικές φορές ούτε καν θυμάμαι ότι την έβλεπα. Και τότε περνά από το μυαλό η σκέψη που όλοι οι άνθρωποι κάποτε κάνουν. Μήπως η μνήμη αρχίζει να αδυνατίζει; Στα εβδομήντα τέσσερα σου χρόνια τέτοιες σκέψεις δεν ζητούν άδεια για να εμφανιστούν. Κι όμως, όσο το σκέφτομαι, τόσο καταλαβαίνω ότι ίσως το θέμα να μην είναι η μνήμη. Ίσως το θέμα να είναι ο χρόνος. Ο χρόνος που σιγά σιγά αλλάζει τον τρόπο που λειτουργεί ο νους. Μπορεί να ξεχάσεις γιατί μπήκες σε ένα δωμάτιο. Μπορεί να αργήσει να σου έρθει ένα όνομα. Όμως θυμάσαι καθαρά τις μεγάλες ιστορίες της ζωής σου. Θυμάσαι πρόσωπα, στιγμές, αγώνες, λάθη, αποφάσεις. Θυμάσαι τις εποχές που πέρασαν από μπροστά σου και σε διαμόρφωσαν. Ο νους φαίνεται να κάνει μια παράξενη επιλογή. Κρατά τα ουσιώδη και αφήνει τις μικρές λεπτομέρειες να φύγουν σαν φύλλα στον άνεμο. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή μεταβολή συμβαίνει κάτι ακόμη πιο βαθύ. Γεννιέται μια ελευθερία. Μια ελευθερία που ο νεότερος άνθρωπος δύσκολα μπορεί να καταλάβει. Όταν είσαι σαράντα ή πενήντα χρονών, ακόμη κι αν θέλεις να μιλήσεις ελεύθερα, πάντα υπάρχει κάτι που σε συγκρατεί. Η θέση. Η καριέρα. Οι ισορροπίες. Οι φιλοδοξίες. Η αγωνία για το πώς θα ακουστεί μια λέξη. Ένας αόρατος μηχανισμός μέσα σου ζυγίζει τις σκέψεις πριν ακόμη γίνουν λόγια. Με τα χρόνια όμως πολλά από αυτά αρχίζουν να σβήνουν. Δεν έχεις πια ανάγκη να αποδείξεις κάτι. Δεν έχεις ανάγκη να ευχαριστήσεις κανέναν. Και τότε συμβαίνει κάτι απλό αλλά βαθύ. Ο νους αναπνέει. Η σκέψη γίνεται καθαρότερη. Οι λέξεις βγαίνουν πιο ελεύθερες. Λες αυτό που πραγματικά σκέφτεσαι και αυτό που πραγματικά αισθάνεσαι. Τα άρθρα γράφονται πιο γρήγορα. Όχι επειδή βιάζεσαι, αλλά επειδή η σκέψη δεν σκοντάφτει πια στους υπολογισμούς. Και τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις κάτι που ίσως ένας νεότερος άνθρωπος δεν μπορεί ακόμη να δει. Η ηλικία δεν φέρνει μόνο απώλειες. Φέρνει και μια μορφή σοφίας που μοιάζει με απελευθέρωση. Οι άνθρωποι φοβούνται τα χρόνια γιατί πιστεύουν ότι θα χάσουν πράγματα. Και πράγματι χάνεις κάποια. Αλλά κερδίζεις κάτι άλλο. Την ελευθερία της αλήθειας. Μπορεί να ξεχάσεις πού άφησες το τηλέφωνο. Αλλά θυμάσαι πολύ καλά τι αξίζει και τι δεν αξίζει στη ζωή. Και ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική μνήμη απ’ όλες. Γιατί στο τέλος της διαδρομής ο άνθρωπος δεν μένει με τις σκοπιμότητες του. Μένει με την αλήθεια του. Και τότε, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, αρχίζει να κοιτά και προς τους νεότερους γύρω του. Τι πιο ωραίο και πιο δυνατό από το να μεταφέρεις τη γνώση και τις εμπειρίες σου σε νέους ανθρώπους. Να ξέρεις ότι μέσα από μια κουβέντα, μια συμβουλή, ένα παράδειγμα, κάτι από σένα θα συνεχίσει να ζει στη μνήμη τους. Ίσως για πολλά χρόνια ακόμη, πολύ μετά που εσύ θα έχεις φύγει. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με μένα. Καθημερινά κάτι θα θυμηθώ από συμβουλές, από λόγια, από περιστατικά των πρώτων μου βημάτων. Από ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα μου όταν ακόμη μάθαινα τον δρόμο. Και τότε συνειδητοποιώ πόσο τυχερός υπήρξα. Τυχερός που εργάστηκα δίπλα σε σωστούς ανθρώπους. Και ίσως, αν η ζωή το θελήσει, να σταθώ κι εγώ κάποτε έτσι στη μνήμη κάποιου νεότερου. Ίσως τότε να καταλάβουμε ότι τίποτε από όσα ζούμε δεν χάνεται πραγματικά. Γιατί η πιο βαθιά μνήμη δεν είναι αυτή που κρατά ο εγκέφαλος. Είναι αυτή που κρατούν οι άνθρωποι.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΟΥ ΔΩΣΑΜΕ ΑΓΑΠΗ, ΜΑΣ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕ Του Σάββα Ηλιοφώτου – Πρώην Δημάρχου Στροβόλου

Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ-Του Σάββα Ηλιοφώτου-Πρώην Δημάρχου Στροβόλου

ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΤΙΜΩΡΙΑΣ Του Σάββα Ηλιοφώτου-Πρώην Δημάρχου Στροβόλου