ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΆ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΔΕΝ ΣΗΚΩΝΟΥΝ ΑΠΛΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ-ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΟΚ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΗ Του Σάββα Ηλιοφώτου-πρώην Δημάρχου Στροβόλου

«Η τεχνολογία έχει ήδη ανατρέψει τη σχέση μας με την ενημέρωση, με την αγορά, με την εργασία, με την εκπαίδευση, με την καθημερινότητα. Γιατί να θεωρούμε αυτονόητο ότι δεν μπορεί να ανατρέψει και τη σχέση μας με τη δημοκρατία» Το φαινόμενο Φειδίας δεν εξηγείται με τις εύκολες λέξεις που τόσο πρόχειρα εκτοξεύονται στον δημόσιο διάλογο. Δεν είναι αρκετό να μιλήσει κανείς για «γραφικότητα», για «θέατρο», για «πολιτική ανωριμότητα» ή για «ψήφο διαμαρτυρίας». Όλα αυτά μπορεί να περιέχουν ένα μέρος της αλήθειας, αλλά δεν αγγίζουν τον πυρήνα του φαινομένου. Και ο πυρήνας είναι πολύ βαθύτερος. Για να κατανοήσει κανείς τι πραγματικά συνέβη, πρέπει πρώτα να δει πώς ήταν δομημένο το εκλογικό σώμα πριν εμφανιστεί αυτό το φαινόμενο. Υπήρχε, από τη μια, ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που για πολλούς και διαφορετικούς λόγους είχε αποστασιοποιηθεί από τις εκλογές. Άνθρωποι που δεν είχαν απλώς πάψει να πιστεύουν στα κόμματα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις δεν έμπαιναν καν στον κόπο να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους. Η αποχή τους δεν ήταν πάντα αδιαφορία. Συχνά ήταν σιωπηλή απόρριψη. Ήταν η πεποίθηση ότι «δεν με αφορά τίποτε από όλα αυτά», γιατί τίποτε από όλα αυτά δεν αφορά πραγματικά εμένα. Από την άλλη πλευρά βρισκόταν το παραδοσιακό εκλογικό σώμα των κομμάτων. Και αυτό, με τη σειρά του, χωριζόταν ουσιαστικά σε δύο κατηγορίες. Στον σκληρό πυρήνα των πιστών οπαδών, εκείνων που ψηφίζουν σχεδόν ταυτοτικά, το κόμμα είναι μέρος της ταυτότητάς τους, και στον πιο χαλαρό, πιο ευμετάβλητο περίγυρο, τη λεγόμενη floating vote, την κινούμενη ψήφο, που από εκλογή σε εκλογή μετακινείται και καθορίζει συχνά τον νικητή. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ήρθε ο Φειδίας και έκανε κάτι που τα οργανωμένα κόμματα, με όλους τους μηχανισμούς, τις δομές, τα στελέχη και τα δίκτυά τους, δεν κατάφεραν να κάνουν: κινητοποίησε ανθρώπους που ήταν εκτός πολιτικού παιχνιδιού. Όχι μόνο τους μίλησε, αλλά τους έπεισε να μπουν στη διαδικασία της εγγραφής. Να εμφανιστούν. Να μετρήσουν. Να έχουν φωνή. Αυτό από μόνο του είναι ένα τεράστιο πολιτικό γεγονός. Διότι δεν αποκάλυψε απλώς μια εκλογική δεξαμενή. Αποκάλυψε μια κοινωνική και πολιτική έρημο που τα κόμματα είτε δεν έβλεπαν είτε επέλεγαν να αγνοούν. Ένα πλήθος πολιτών που δεν αισθανόταν ότι εκπροσωπείται, δεν αισθανόταν ότι ακούγεται, δεν αισθανόταν καν ότι το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα του επιτρέπει να υπάρχει ως ζωντανή πολιτική οντότητα. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία του φαινομένου. Ο Φειδίας δεν ήρθε μόνο με ένα πρόσωπο ή με ένα ύφος. Ήρθε να αγγίξει ένα υπαρξιακό κενό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας όπως τη βιώνουν σήμερα χιλιάδες πολίτες. Το σύστημα που έχουμε είναι σύστημα δημοκρατίας διά αντιπροσώπων. Δεν προέκυψε τυχαία. Καθιερώθηκε ιστορικά όταν η άμεση συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων κατέστη πρακτικά αδύνατη. Όσο οι κοινωνίες μεγάλωναν, όσο πλήθαιναν οι πολίτες, όσο περιπλέκονταν οι κρατικές λειτουργίες, η άμεση δημοκρατία έδινε τη θέση της στη δημοκρατία μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων. Αυτό δεν ήταν ιδεολογική πολυτέλεια. Ήταν λειτουργική αναγκαιότητα. Όμως το μεγάλο ερώτημα είναι άλλο: εξακολουθεί αυτή η αναγκαιότητα να υπάρχει με την ίδια μορφή σήμερα; Διότι εκεί όπου άλλοτε υπήρχε τεχνολογική αδυναμία, σήμερα υπάρχει τεχνολογική δυνατότητα. Εκεί όπου κάποτε ο πολίτης δεν μπορούσε να επικοινωνήσει άμεσα, σήμερα μπορεί. Εκεί όπου η συλλογή της γνώμης των πολλών ήταν αργή, δαπανηρή και σχεδόν αδύνατη, σήμερα μπορεί να γίνει σε πραγματικό χρόνο. Η τεχνολογία έχει ήδη ανατρέψει τη σχέση μας με την ενημέρωση, με την αγορά, με την εργασία, με την εκπαίδευση, με την καθημερινότητα. Γιατί να θεωρούμε αυτονόητο ότι δεν μπορεί να ανατρέψει και τη σχέση μας με τη δημοκρατία; Εδώ ακριβώς παρενέβη το φαινόμενο Φειδίας. Πίσω από τους θεατρινισμούς, πίσω από τις παιδιάστικες συμπεριφορές, πίσω από το ύφος που εύκολα προκαλεί χλεύη στους «σοβαρούς», πέρασε ένα μήνυμα που άγγιξε νεύρο: ότι η απόφαση μπορεί να επιστρέψει στον λαό. Ότι ο πολίτης δεν είναι καταδικασμένος να δίνει εν λευκώ εξουσιοδότηση κάθε πέντε χρόνια και μετά να παρακολουθεί αμέτοχος. Ότι μπορεί να υπάρχει ένας άλλος δρόμος, όπου η κοινωνία δεν θα θυμάται τον εαυτό της μόνο την ημέρα των εκλογών. Για πολλούς αυτό ακούστηκε αφελές. Για άλλους επικίνδυνο. Για αρκετούς γελοίο. Όμως σχεδόν κάθε μεγάλη ανατροπή στην ιστορία ξεκίνησε έτσι: ως κάτι που αρχικά χλευάστηκε, στη συνέχεια πολεμήθηκε, και τελικά σε κάποιο βαθμό υιοθετήθηκε. Ας τολμήσουμε λοιπόν να δούμε το ζήτημα χωρίς προκαταλήψεις. Τι ήταν αυτό που γοήτευσε τόσο κόσμο; Ήταν μόνο το αντισυστημικό ένστικτο; Ήταν μόνο η απογοήτευση από τα κόμματα; Ήταν μόνο η ανάγκη εκτόνωσης; Όχι. Ήταν και κάτι βαθύτερο: η αίσθηση ότι κάποιος τούς λέει «σε βλέπω», «σε ακούω», «δεν χρειάζεται να περάσεις από κομματικά φίλτρα για να υπάρξεις πολιτικά». Άνθρωποι που μέχρι χθες δεν θα περνούσαν ποτέ μέσα από τις ιεραρχίες των κομμάτων, που είτε δεν ήθελαν είτε γνώριζαν ότι δεν είχαν καμία πιθανότητα να βρουν θέση σε ένα κομματικό σύστημα κλειστό, ιεραρχικό και συχνά αυτοαναφορικό, είδαν ξαφνικά μπροστά τους έναν καθρέφτη. Έναν χώρο όπου μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους χωρίς παραμόρφωση από μηχανισμούς, γραφεία, ισορροπίες, εξαρτήσεις και διαμεσολαβήσεις. Ασφαλώς, αυτή η προσέγγιση δεν έχει απαντήσει ακόμη στα μεγάλα και κρίσιμα ζητήματα. Δεν έχει εμβαθύνει όσο απαιτείται στις ασφαλιστικές δικλείδες, στην ποιότητα της πληροφόρησης, στην προστασία από τη χειραγώγηση, στη θεσμική σταθερότητα, στην προστασία των μειοψηφιών, στην ανάγκη σοβαρής επεξεργασίας σύνθετων νομοθετικών ζητημάτων. Αυτά είναι πραγματικά ερωτήματα. Και όποιος τα αγνοεί, σφάλει. Αλλά εξίσου σφάλει και όποιος θεωρεί ότι η ύπαρξη δυσκολιών αρκεί για να κλείσει τη συζήτηση. Διότι έτσι αντιμετωπίστηκε σχεδόν κάθε καινοτομία που ήρθε να ανατρέψει κατεστημένες βεβαιότητες. Το ίδιο δεν συμβαίνει σήμερα και με την τεχνητή νοημοσύνη; Μπορεί κανείς να απαριθμήσει εκατό κινδύνους. Και αρκετοί από αυτούς είναι υπαρκτοί. Όμως η τεχνητή νοημοσύνη δεν σταματά επειδή τη φοβόμαστε. Είναι ήδη εδώ και μετασχηματίζει τον κόσμο. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει. Είναι με ποιους όρους θα υπάρξει, ποιος θα τη ρυθμίσει, ποιος θα την ελέγξει και προς όφελος ποιου θα λειτουργήσει. Ακριβώς το ίδιο ερώτημα τίθεται, σε άλλο επίπεδο, και για τη δημοκρατία της τεχνολογικής εποχής. Μπορεί άραγε να υπάρξει ένα σύστημα στο οποίο οι πολίτες να συμμετέχουν πιο άμεσα στη λήψη των αποφάσεων; Μπορεί η τεχνολογία να δώσει τη δυνατότητα έκφρασης της κοινωνικής βούλησης με τρόπο διαρκή και όχι αποσπασματικό; Μπορούν να σχεδιαστούν φίλτρα, επίπεδα διαβούλευσης, επιστημονική τεκμηρίωση, θεσμικές δικλίδες και διαδικασίες ωρίμανσης, ώστε η άμεση συμμετοχή να μην είναι όχλος αλλά συνειδητή δημοκρατική λειτουργία; Και τελικά, ας το πούμε καθαρά: γιατί να θεωρείται αιώνια και αδιαπραγμάτευτη η ανάγκη ύπαρξης αντιπροσώπων όπως τη γνωρίσαμε; Γιατί να είναι αδιανόητο να μετακινηθεί ένα μέρος του νομοθετικού έργου σε διαδικασίες άμεσης, ψηφιακά οργανωμένης, λαϊκής συμμετοχής; Γιατί να μη διερευνήσουμε σοβαρά τη δυνατότητα ενός λογισμικού, μιας ασφαλούς δημοκρατικής πλατφόρμας, μέσω της οποίας οι πολίτες, μετά από ενημέρωση, διάλογο και κατάλληλα φίλτρα, να συμμετέχουν πιο ουσιαστικά στη διαμόρφωση νόμων και αποφάσεων; Το να τίθενται αυτά τα ερωτήματα δεν είναι λαϊκισμός. Είναι ίσως η πιο σοβαρή δημοκρατική συζήτηση της εποχής μας. Τα κόμματα θα ήθελαν πιθανότατα να πιστεύουν ότι το φαινόμενο Φειδίας είναι μια παρένθεση. Μια ανωμαλία. Ένα στιγμιαίο επεισόδιο που θα ξεφουσκώσει. Ίσως να είναι. Ίσως όμως να είναι κάτι πολύ σοβαρότερο: ένα προειδοποιητικό σήμα ότι το υφιστάμενο κομματικό μοντέλο έχει εισέλθει σε βαθιά κρίση νομιμοποίησης. Και όταν ένα σύστημα δεν πείθει πια ότι εκφράζει, τότε δεν αρκεί να ειρωνεύεται αυτό που το αμφισβητεί. Οφείλει να μετασχηματιστεί. Να γιατί το ζήτημα δεν είναι ο Φειδίας ως πρόσωπο. Το πρόσωπο μπορεί να αποδειχθεί περιορισμένο, αντιφατικό, πρόχειρο ή παροδικό. Το ζήτημα είναι το ρήγμα που φανέρωσε. Η κοινωνική ανάγκη που άγγιξε. Η πολιτική δίψα που ανακίνησε. Το γεγονός ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας δεν ζητά απλώς νέο διαχειριστή, αλλά νέο τρόπο συμμετοχής. Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα της εποχής. Ότι ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική μετάβαση: από τη δημοκρατία της ανάθεσης στη δημοκρατία της συμμετοχής. Όχι απαραίτητα με την κατάργηση κάθε μορφής αντιπροσώπευσης από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά με τη σταδιακή αναθεώρηση του ρόλου της. Με τη μεταφορά ισχύος από τους κλειστούς κομματικούς μηχανισμούς προς τον ενημερωμένο και ενεργό πολίτη. Αν τα κόμματα δεν το καταλάβουν, θα συνεχίσουν να βουλιάζουν μέσα στην αυτάρεσκη αυταπάτη τους. Θα μιλούν όλο και περισσότερο μεταξύ τους και όλο και λιγότερο με την κοινωνία. Θα υπερασπίζονται θεσμούς που οι ίδιοι άδειασαν από περιεχόμενο. Και τότε δεν θα φταίει ο κάθε Φειδίας που θα εμφανίζεται. Θα φταίει το κενό που άφησαν πίσω τους. Η πρόκληση λοιπόν δεν είναι να φοβηθούμε το φαινόμενο. Είναι να το μελετήσουμε σοβαρά. Να ξεχωρίσουμε το επιφανειακό από το ουσιώδες. Να απορρίψουμε τις εύκολες γελοιοποιήσεις και να σκύψουμε πάνω στο βασικό ερώτημα που θέτει: σε μια εποχή όπου η τεχνολογία μπορεί να φέρει τον πολίτη απευθείας στο κέντρο των αποφάσεων, μήπως το πραγματικά ξεπερασμένο δεν είναι η ιδέα της άμεσης δημοκρατίας, αλλά η αδράνεια του κομματικού συστήματος; Και τότε το δίλημμα για τα κόμματα γίνεται υπαρξιακό: ή αλλάζουν και ανοίγουν δρόμο σε νέες μορφές άμεσης, διαφανούς και ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών, ή θα παρασυρθούν από την ίδια την ιστορία. Γιατί όταν η κοινωνία ζητά να ακουστεί χωρίς μεσάζοντες, κανένα σύστημα δεν μπορεί να την φιμώνει για πάντα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΟΥ ΔΩΣΑΜΕ ΑΓΑΠΗ, ΜΑΣ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕ Του Σάββα Ηλιοφώτου – Πρώην Δημάρχου Στροβόλου

Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ-Του Σάββα Ηλιοφώτου-Πρώην Δημάρχου Στροβόλου

ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΤΙΜΩΡΙΑΣ Του Σάββα Ηλιοφώτου-Πρώην Δημάρχου Στροβόλου