ΌΤΑΝ Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ Του Σάββα Ηλιοφώτου-πρώην Δημάρχου Στροβόλου
«Από το Al Jazira gate, στο black van gate, στο πρόσφατο video gate και τώρα στο drousiotis gate. Από gate σε gate, δολοφονείται η αλήθεια και μαζί της και η δημοκρατία. Ως πότε η κοινωνία θα διψά πιο πολύ για gate και λιγότερο για την αλήθεια;»
Ζούμε σε μια εποχή όπου η καταγγελία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αξία από την απόδειξη. Όπου ο θόρυβος υπερισχύει της ουσίας και η εντύπωση προηγείται της αλήθειας. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων φαίνεται να ανταγωνίζεται για το ποιος θα εκτοξεύσει την πιο βαρύγδουπη «αποκάλυψη», όχι με στόχο τη δικαιοσύνη, αλλά την εντύπωση. Με λεπτομερείς περιγραφές, φορτισμένη γλώσσα και δραματικό τόνο – αλλά χωρίς τα στοιχειώδη τεκμήρια που θα έδιναν βάρος και αξιοπιστία στους ισχυρισμούς.
Και τότε ξεκινά ο φαύλος κύκλος.
Οι διωκτικές αρχές, αντί να ιεραρχούν και να εστιάζουν, σύρονται πίσω από κάθε νέα καταγγελία. Αφήνουν ανοιχτές υποθέσεις για να κυνηγήσουν την επόμενη «βόμβα», ενώ οι προηγούμενες παραμένουν μετέωρες, τροφοδοτώντας τη δυσπιστία των πολιτών. Το αποτέλεσμα; Ούτε η αλήθεια αποκαλύπτεται, ούτε η εμπιστοσύνη αποκαθίσταται.
Στο μεταξύ, η κοινωνία παρακολουθεί – και χειροκροτεί ή αποδοκιμάζει – όχι με βάση τη γνώση, αλλά με βάση την αναπαραγωγή. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετατρέπουν κάθε ισχυρισμό σε «πραγματικότητα», πριν καν εξεταστεί. Η επανάληψη δημιουργεί πεποίθηση. Και κάπως έτσι, αρχίζουμε να μην πιστεύουμε αυτά που οφείλουμε και να πιστεύουμε, με επικίνδυνη ευκολία, αυτά που θα έπρεπε να απορρίπτουμε.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι περιθωριακοί αποκτούν ρόλο και επιρροή, ενώ οι σοβαροί και χρήσιμοι υποχωρούν. Η λογική δίνει τη θέση της στο συναίσθημα, και η ευθύνη στο θέαμα. Δεν είναι απλώς μια στρέβλωση. Είναι μια σταδιακή αλλοίωση της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας.
Η διεθνής εμπειρία δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Σε χώρες όπου κυριάρχησε η πολιτική της καταγγελίας χωρίς τεκμηρίωση – από τη Λατινική Αμερική μέχρι ορισμένες ευρωπαϊκές δημοκρατίες – το αποτέλεσμα ήταν η απονομιμοποίηση των θεσμών, η πόλωση και η ανάδειξη πολιτικών σχηματισμών που επένδυσαν στον θυμό και όχι στη λύση. Κοινοβούλια που εκλέχθηκαν μέσα σε τέτοιο κλίμα αποδείχθηκαν αδύναμα, κατακερματισμένα και, τελικά, αναποτελεσματικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγήθηκαν σύντομα ξανά στις κάλπες, επιβεβαιώνοντας ότι η κρίση εμπιστοσύνης δεν λύνεται με περισσότερη ένταση, αλλά με περισσότερη σοβαρότητα.
Κάτι ανάλογο διαφαίνεται και στη δική μας πορεία προς τις βουλευτικές εκλογές. Αν συνεχίσουμε σε αυτό το μονοπάτι, κινδυνεύουμε να εκλέξουμε μια Βουλή που θα είναι ήδη ξεπερασμένη την επόμενη μέρα. Μια Βουλή χωρίς συνοχή, χωρίς αξιοπιστία, χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης. Και τότε, η προσφυγή σε νέες εκλογές δεν θα είναι λύση – θα είναι απλώς επιβεβαίωση της αποτυχίας μας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να διερευνώνται οι καταγγελίες. Φυσικά και πρέπει. Το ερώτημα είναι πώς. Με κανόνες, με τεκμήρια, με θεσμική σοβαρότητα. Όχι με όρους δημοσίου θεάματος.
Η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει με υποψίες. Χρειάζεται αποδείξεις. Δεν μπορεί να στηριχθεί στον θόρυβο. Χρειάζεται εμπιστοσύνη. Και αυτή η εμπιστοσύνη χτίζεται δύσκολα, αλλά καταρρέει εύκολα – ιδιαίτερα όταν την παραδίδουμε αμαχητί στον εντυπωσιασμό.
Ίσως ήρθε η ώρα να επαναφέρουμε μια απλή αλλά ξεχασμένη αρχή: ότι η καταγγελία χωρίς τεκμηρίωση δεν είναι πράξη ευθύνης – είναι πράξη ανευθυνότητας. Και μια κοινωνία που δεν κάνει αυτή τη διάκριση, αργά ή γρήγορα, θα πληρώσει το τίμημα.
Σχόλια