ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΠΑΜΕ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΧΩΡΚΟ!



ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ:

Δήμαρχος: Εξηντάρης, βετεράνος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, έζησε έντονα την ζωή της υπαίθρου δίπλα στον βοσκό παππού του και κουβαλά τα βιώματα του στην κάθε στιγμή που ζει σε μια σημερινή μεγαλούπολη όπου συνεχώς συγκρίνει το τότε με το σήμερα...
Γραμματέας: Μεσήλικας, προερχόμενη από την αυθεντική ζωή της υπαίθρου, πολύ έμπειρη, κρατά χαρτογραφημένη την διαχρονική συμπεριφορά του κόσμου στην πόλη από την τριαντάχρονη πείρα της στην εργασία αυτή.
Παρασκευάς: Εβδομηντάρης, μοναχικός, που προσφέρει τον εαυτό του βορά στα σημερινά αδηφάγα θηρία που εκμεταλλεύονται ξένες κοπέλες που καταφεύγουν στον τόπο μας για μια καλύτερη ζωή.
Λόλα       :  Ξένη, νεαρή, που για ένα καλύτερο όνειρο αναγκάζεται να εξευτελίζει τον εαυτό της σ’ ένα γάμο που στην ουσία είναι το εισιτήριο για την εκμετάλλευση της.
Επισκέπτης( Ερμογένης): Ένας κλασσικός μεσήλικας κύπριος, παθιασμένος από αγάπη για τον σκύλο του, που όμως δεν μπορεί να καταλάβει ότι το να έχεις σήμερα σκύλο στην πόλη δεν είναι το ίδιο όπως όταν είχες παλιά σκύλο στο χωριό.
Λεοντής  :   Ευγενικός, λεπτός, κύπριος επαναπατριστείς, που δεν συμβιβάζεται με την ιδέα ότι κάποιοι στην πολυκατοικία μπορεί να ενοχλούνται από τα δύο του σκυλιά. 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

Μεγάλο μέρος των κατοίκων της πόλης έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στα χωριά της υπαίθρου. Βρίσκονται κάποιες στιγμές της ζωής τους χαμένοι μεταξύ αυτού που βίωσαν στο χωριό και αυτού που ζουν σήμερα στην πόλη. Κοινή διαπίστωση είναι ότι όλοι παραμένουν νοσταλγοί της «τότε εποχής» στο χωρίο, χωρίς να συνειδητοποιούν καλά-καλά ότι  τα πάντα αλλάζουν! Σήμερα, βιώνουν καταστάσεις που στο παρελθόν ήταν αδιανόητες. Ο συγγραφέας, βιώνει αυτή τη σύγκρουση όπως την βιώνουν οι μετανάστες σε μια ξένη χώρα. Ζει με την εικόνα αυτού που έζησε, προτού εγκατασταθεί στην πόλη. Προσπαθεί να την απαλύνει ανακαλώντας από την μνήμη του και αρνητικά βιώματα από την τότε εποχή, χωρίς όμως να τα καταφέρνει. Οι ολιγόωρες επισκέψεις του στο χωριό, τον κάνουν να νοιώθει ότι η νοσταλγία του μοιάζει με την αναζήτηση της χαμένης Ατλαντίδος, αλλά η φωνή «ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΠΑΜΕ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΧΩΡΚΟ» δυναμώνει όσο τα χρόνια προχωρούν...και η φωνή δεν είναι γεωγραφικός προσδιορισμός, αλλά προσδιορισμός της  επιθυμίας του για επαναφορά χαμένων αξιών και συμπεριφορών...
  
ΣΚΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Οι σκηνές διαδραματίζονται στο Γραφείο ενός Δημάρχου που γίνεται ο ίδιος συγγραφέας και πρωταγωνιστής, σε ένα Δήμο της Κύπρου, όπου ο κάθε πολίτης αισθάνεται ότι ο Δήμαρχος του, είναι το “φάρμακο” για όλα τα προβλήματα που έχει  πάνω στο κεφάλι του! Ο φίλος του, τον οποίο μπορεί να επισκεφτεί να πει τον πόνο του. Η “συτζιά του μαύρου”, όπου μπορεί να καταφύγει βγάζοντας τα απωθημένα του. Πρωταγωνιστές είναι, δημότες που καταφεύγουν καθημερινά στο γραφείο του, ο ίδιος ο Δήμαρχος και η έμπειρη Γραμματέας του. Η πείρα του τον δίδαξε ότι δεν μπορείς πάντα να βρεις και να δώσεις λύσεις σε όλα. Η επιθετικότητα του σημερινού ανθρώπου είναι στην ουσία αναζήτηση αγάπης και κατανόησης, και αυτή εάν την διαθέτεις, πρέπει πρώτιστα να του δώσεις. Νοσταλγός της ζωής στο χωριό, μιλά με πάθος για τα παλιά και τις εμπειρίες του από το χωριό και προσπαθεί στην καθημερινή του ζωή στον Δήμο, να μεταφέρει όσα περισσότερα στοιχεία μπορεί από τα βιώματα του στο χωριό και ιδιαίτερα από τα χρόνια που έζησε δίπλα στον βοσκό παππού του. Η Γραμματέας του,  για πολλά χρόνια γραμματέας στο Δήμο, βλέπει και ακούει πολλά και γίνεται το δεξί χέρι του Δημάρχου, συμβουλεύοντας και καθοδηγώντας τον στον χειρισμό των προβλημάτων. Κάποτε ξεσπά βλέποντας τις συμπεριφορές του κόσμου,  αλλά επαγγελματίας από εξαφανιζόμενο είδος, σφραγίζει θετικά με την παρουσία της τα τεκταινόμενα στον Δήμο.  Οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές, απλοί πολίτες που με τα συμφραζόμενα τους σκιαγραφούν τον σημερινό κύπριο που άμα τον δεις προσεχτικά δεν πολυδιαφέρει από τον παλιό κύπριο...Απλά τα μεγέθη και οι δυνατότητες είναι διαφορετικά..
Τα επεισόδια είναι συνδεδεμένα με την καθημερινότητα στον Δήμο, αλλά οι χαρακτήρες και οι πρωταγωνιστές είναι όλα πρόσωπα της φαντασίας του συγγραφέα. Οιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα είναι συμπτωματική και μοιραία παρουσιάζεται μέσα από το κείμενο, γιατί το κείμενο είναι απόλυτα συνδεδεμένο με σημερινές μορφές και συμπεριφορές...Ο κάθε ένας, μπορεί στο κείμενο να αναγνωρίσει τον εαυτό του...Το θέμα είναι εάν θέλει και εάν μπορεί να τον αλλάξει...



ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ: ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ- Ο ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΤΖΙΑΙ Η   ΛΟΛΑ

Γραμματέας: Καλημέρα κύριε Δήμαρχε τζιαι να ζήσεις τζιόλας... Κλεις τα εξήντα  σήμερα. Αθθυμάσαι θέλεις να πεις; οξά εξήχασες; Να τα εκατοστίσεις...

 Δήμαρχος: Ευκαριστώ σου πολλά! Εν τζιαι ξηχάννεις τίποτε, με τούτο το κομπιούτερ που σαθθυμίζει δίχα να του πεις... Παλιά αν εξυχάνναν τζιαι νάκκο, τωρά εν ηξηχάννει κανένας. Όμως ότι τζιαι να πεις, πρώτα ελάλεν σου το πλάσμα: γρόνια πολλά να ζήσεις, τζιαι έπιαννεν τόπο γιατί έβκαιννεν που την καρκιά του.. Με κανίσιην εγρηάζετουν. με τίποτε. Ένα τζιαιραστικόν στο καφενέ, τζιαί ένα γλυκό που την φίζαν, ετραττάρισκες τους τζιαι ετέλειωνες...Το πολλήν, αν έρκετουν πόσσω, μιαν ζιβανία, λλίο σιτζιούκκο, τζιαι νάκκον κιοφτέρι...Όϊ τωρά, γόρασε γόρασε δώρα, θέλεις ένα μηνιάτικο. Λαλείς του άλλου να ζήσει, τζιαι εν ηξέρεις άθθα ζήσεις εσού που την συκκίρτηση του δώρου που πρέπει να του κάμεις...

Γραμματέας: Έννα τζιεράσεις τίποτε,   να στείλω τον Παντελή να φέρει τζιεραστικά; Έτο...λλίες πιττούες τζιαι λλία δάκτυλα, έβκαλες τους που την κκελέ σου. ..ναμέν λαλούν τα λόγια τους...

Δήμαρχος: Μέτρα τους τζι έλα να σου δώσω ππαράες. ..Τζιαι φέρε τζιαι λλία παραπάνω για κανένα ξένον ποννάρτει... Τζιάμα τα κανονίσεις, έλα να δούμεν ήντα μπόχουμε σήμερα κόρη μου... Εν ησυχία, οξά εννα τους έχουμεν ούλλους πάνω στην κκελέ μας πάλε...Άνοιξε τζιαί τζιήνο το κομπιούτερ να δούμε το πρόγραμμα... Τα ραντεβού που έχουμεν...Άνοιξε μου τζιαι το δικό μου  τζιαι βάρμου το τζιαμέ που ξέρεις, να το θωρώ, τζιαι άμα θέλω να το ταράξω φωνάζω σου κόρη...

Γραμματέας: Η ώρα 9.00 έσιεις να κάμεις ένα γάμο

Δήμαρχος: Ήντα γάμος ένει κόρη...Εν κανένα τταζέτικο ή κανένας συφτασμένος...

Γραμματέας: Έτο εν ένας γέρος, που χάννει ο παττίχα του...

 Δήμαρχος: Έθθελο να λαλείς έτσι είπα σου. Να μας ακούσει τζιαι κανένας τζιαι να μας βάλει μέσα στες εφημερίδες. Τούτοι οι δημοσιογράφοι, εν όπως τους λυκόσιηλλους. Δαμέ γράφουν χωρίς να ακούουν .Φαντάστου αν ακούσουν τζιόλας...
Γραμματέας: Αφού χάννει, κύριε Δήμαρχε. Νάσιει νουν, εβδομήντα γρονών άδρωπος παίρνει τούντην κοπελλούα; Που έν όπως το κρυό νερόν τζιαι σαν την αγκόνισσα του; Εννα μπορεί τούτος ο γέρος να τα βκάλει πέρα μιτά της, ... άτε να μεν πω...εν κουρπάτζιην που θέλει, οξά γενέκαν. Κρίμας τες κόρες του κόσμου που για μιαν άδειαν παραμονής στην Κύπρο, τραβούν τα τούτα ούλλα με τον κάθε πονυστικωμένον τζιαι αχαίρευτον!
  Δήμαρχος: Να δούμε, που την μια τζιήνη ήντα απελπισμένη ένι, τζιαι που την άλλη τζιήνος, λαλεί σου αν πιάει καμιάν πεντακοσιάν ευρώ για την εξυπηρέτηση, τζι’ αφήσει τον τζιαι τσιμπήσιει τζια τίποτε, το κκέφιν του εν καλό!
 Γραμματέας: Μανταμπων να τσιμπήσει κύριε Δήμαρχε! Τούτου με το κουταλούιν να του το ταΐσεις, έννα μεν ηξορτώσει να το φάει...Ήμαρτον θεέ μου...  Έννα πάω έξω να δω άμπα τζιαι ήρτασιν, να τους κάμεις να ποσπάζεσαι, τζιαι ύστερα έσιεις ένα σωρό δουλειές. Τζιαι να θθυμάσαι, τζιαμέ που τους λαλείς για τα κοπελλούδκια πον να κάμουν, άφηστο πίσω γιατί τούτος εν τζιαι να ξορτώσει να κάμει έτσι πράμαν, τζιαι έννα γελά τζιαι η κοπελλούα...

(ακούεται το εμβατήριο του γάμου)

Δήμαρχος: Κύριε Παρασκευά, δέχεσαι την κυρία Λόλα για γενέκα σου;

Παρασκευάς: Δέχουμε καλό έδδεχουμε κύριε Δήμαρχε; Αν ήσουν εσού έθθα δέχεσουν; Άδε την..., εσσάν την αφρόζαν με το τριαντάφυλλο  που πίννω  τζιαμε στον σύλλογο...
Δήμαρχος: Για να την αγαπάς τζιαι να μοιράζεσαι πλούτοι τζιαι φτώσια μιτά της;
Παρασκευάς: Μα πότε έννα προλάβω να τα κάμω τούτα ούλλα που λαλείς κύριε Δήμαρχε; Που την μια, είμαι τζιαι εβδομήντα γρονών, τζιαι που την άλλην, αφού μόλις παντρευτούμε έννα φύει με τον ....(ακούετε ένα ελαφρύ κτύπημα που ισοδυναμεί με πάτημα πάνω στο πόδι) Άου το πόϊ μου ...κόρη μα επάτησες με...;

Δήμαρχος: Κυρία Λόλα δέχεσαι τον κύριο  Παρασκευά για άντραν σου;

Λόλα: (Με σπασμένα ελληνικά) Ντέχουμε κύριος Ντίμαρχος,ντέχουμε...

Δήμαρχος: Για να αγαπάς τζιαι να μοιράζεσαι πλούτοι τζιαι φτώσιαν μιτά του;

Λόλα :  Μααα...έσιει πλούτοι; Εν είπαν μου τούτο... Μα εδυνατό; εσιει τζιαι τίποτε...Με που το ένα έσιει με που το... άλλο : εν γκέρος( είναι το γέρος)... Αν εν για φτώσιαν,  μεινίσκω τζιαι μόνη μου...

Δήμαρχος: Κύριε Παρασκευά, κυρία Λόλα, σας ανακηρύσσω σε αντρόηνον, τζιαι τωρά κύριε Παρασκευά μπορείς να φιλήσεις τζιαι την γενέκαν σου...

Παρασκευάς: Έλα δα κορού μου...μμμμμμ...

Λόλα           : Ο μαει γκοτ, ις ντισκαστην...έθθελω....οη μάνα μου....γκέρος έννα φιλήσει με...
Δήμαρχος: Να ζήσετε, να γεράσετε τζιαι ...καλούς απογόνους...

Παρασκευάς: Ευκαριστώ σου Δήμαρχε αλλά αφού είπα σου εν τζιαι να μείνει... ....(ακούεται πάλι ένα ελαφρύ κτύπημα που ισοδυναμεί με πάτημα πάνω στο πόδι) Άου το πόι μου ...κόρη μα επάτησες με ξανά...

Λόλα            : Ευκαριστώ Ντιμαρχος, ευκαριστώ σου πολλά...

Δήμαρχος:( μονολογεί στο γραφείο του) Κρίμα στην κοπελλούα. Αν τον αφήσει να τζιήσει πάνω της, εν πολλήν: Έτσι που την είδα, ούτε να της κοντέψει έθθα τον αφήσει...

( Μια διακοπή με την ανάλογη μουσική που να δείχνει ότι έχει περάσει καιρός από την μέρα του γάμου)
Δήμαρχος:( ακούεται θόρυβος κόσμου αυτοκινήτων όπως το να είσαι σε παναΰριν) Μα εσού εν είσαι ο  Παρασκευάς που επάντρεψα πριν έξη μήνες με την .......;

Παρασκευάς: Λόλα...Εγιώ είμαι Δήμαρχε... Εν καλά που αθθυμάσαι.

Δήμαρχος: Ηντα μπου γίνεται, εν μιτά σου ακόμα...έδωκε σου τίποτε... οξά...

Παρασκευάς: Εγίνηκε καπνός. Άνοιξεν η γη τζιαι κατάπιεν την..Έφυεν τζιαι εν μου έχαψεν μπακίρα...εγέλασεν μου Δήμαρχε...

Δήμαρχος: Μα εγιώ, εν τζιαι για ριάλια που σου λαλώ...εγκαταλάβεις...;

 Παρασκευάς: Μα εμένα Δήμαρχε ενόμισες έκοφτεν με τίποτε άλλον; Στην ηλικία μου έτο κανένα γεροντικό αμάτι τζιαι λλία ριάλια στην πούγκαν. Εν σου λαλώ, αν ετύγχαινε τζιαι τίποτε άλλο εν τζιαι ελάλουν οϊ... Η αλήθκεια, είδα την μιτσιά  τζιαι ενόμισα ότι ήταν για τα δόντια μου... Είπε μου τζιήνος ο μαντράχαλος που έστεκεν, αν αθθυμάσαι λλίο τζιή που το τραπέζιν, αν την γυρέψει η αστυνομία να τους πω επήεν τζιαι νάρτει, τζιαι να του τηλεφωνήσω.. Αν κάμω, είπεν μου, καμιά πελάρα, έννα μου κάψει το σπίτι...΄Ετο τζιαι μένα έτρωεν με η κκελέ μου να πάω να μπλέξω, γέρος άδρωπος μες τούντες ιστορίες. Στο τέλος, έμεινεν μου η μούζη... Αλλά, «πον ακούει της τζιεφαλής, πον πάνω που τα ζινίσια, τζιακούει του σατανά πον κάτω χαμηλά τζιαι σουξουλά τον, αργά η γλήορα, έννα βρεθεί πούκουππα με την τζιεφαλή σιησμένη...»


ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ : ΟΙ ΣΙΗΛΛΟΙ ΤΖΙΑΙ ΟΙ ΚΑΤΤΟΙ :

Γραμματέας: Εν η μέρα τους σιήλλους σήμερα κύριε Δήμαρχε. Ήντα πο πάθαν, σαν να τζιαι καπνίσαν τους μάλλαν. Ο ένας λάσσει, τζιαι εν τους αφήννει να τζιημηθούν, ο άλλος έκαμεν τους τα ομπρός που το σπίτι τους, ααα εσιει τζιαι έναν που λαλεί, εβάλαν τον του βούρου...

Δήμαρχος: Τζιήνοι που τους κάττους πότε ένι κόρη..

Γραμματέας: Αύριο τζιήνοι, μαζί με τζιήνους που τους ελαπορτάραν οι τροχονόμοι, τζιαι μεθαύριον έσιει δκιο τρεις ποτούτους που θέλουν δουλειά για λόου τους τζιαι για τα κοπελλούδκια τους. Μεν έσιεις έννιαν, τζιαι εν τζιαί πρόκειται να ποσπαστείς που λλόου τους, αφού έμαθες τους τζιαι βάλλεις τους ούλλους αυτί...Αν ήταν που το σιέρι μου πολλούς ποτούτους, έσιε να τους πετάξω έξω...

Δήμαρχος: Ένεγκαλά που λαλείς... Ο κόσμος τζιαι τα προβλήματα του εν η δουλειά μας κόρη μου. Εμένα εψηφίσαν με, τζιαι εσένα πιερώνουν σε . Δκιου σου τον μισθό σου. Ταίζουν την οικογένεια σου...Ο κόσμος εν οι μαστόροι μας τζιαι έτσι πρέπει να τους θωρούν ούλλοι οι υπάλληλοι των δημαρχείων τζιαι της κυβέρνησης. Όί να τους ποουρίζουν τζιαι να τους βασανίζουν... Ο καλός ο υπάλληλος εν εις τα δύσκολα που φαίνεται, τζιαι την ώρα που ο άλλος δκιαολίζεται, φταίουν του τα ρούχα του,  τζιαι έσιει τον ανάγκη.
( Ακούετε καταπαλλίκι που μακριά τζιαι μια φωνή που ώσπου κοντεύκει δυναμώνει)
Επισκέπτης: Που εν ο Δήμαρχος σιόρ, θέλω τον, πριν να σκοτώσω κανέναν μες τούντο Δημαρχείο...

Δήμαρχος: Κόρη, πετάκτου έξω να δούμε ποιος εν τούτος που φωνάζει τζιαι απειλά ...
Γραμματέας: Το όνομα σας κύριε;

 Επισκέπτης: Ερμογένης εν το όνομα μου, τωρά που σου το είπα έννα με  πάρεις στον Δήμαρχο, οξά να δώκω μέσα, τζιαι όποιον πάρει ο χάρος!

Γραμματέας: Ηρεμήστε κύριε τζιαι εν αντροπή να σε δει έτσι ο Δήμαρχος. Μεν εσιεις έννια, τζιαι το βλατνζί του εσσάν του γαδάρου! Έννα σακούσει, όση ώρα γρειαστεί ,τζιαι αν έσιεις δίτζιο, έννα σου τόβρει...

Ερμογένης: ( Μονολογεί...) Άκου να μου πιάσουν τον σιήλλο... γιατί μίσιει μου λάσσει τζιαι ενοχλούνται οι κυρίες...άκου να μου πιάσουν τον σιήλλο...

Δήμαρχος: Κόρη... στείλε τον κύριο μέσα...να δούμεν ήντα μπουθέλει (ο κύριος προχωρά στο γραφείο του Δημάρχου)...κάτσε κύριε τζιαι πε μου το όνομα σου, να δούμε...

Ερμογένης: Μαντα να σου πω το όνομα μου Δήμαρχε. Έννα μου βκάλεις ταυτότητα, οξά εν για να με φακελλώσεις! Δαμέ εσού έστειλες μου επιστολή να σου φέρω τον σιήλλο μου, γιατί λάσσει μίσιη μου, τζιαι φαράσσει η γειτόνισσα μου...Αρώτησες αν τον αγαπώ τούτον τον σιήλλο πρώτα; Ξέρεις ότι είμαι πενήντα γρονών άδρωπος, τζιημε εργένης... έννα πεθάνω δίχα γενέκα; Ξέρεις δήμαρχε ότι έδκιωξα τέσσερεις γενέτζιες γιατί εν αγαπούσαν τούτον τον σιήλλον, τζιαι έμεινα μόνος μου; Τζιαι επέρασε που το νου σας ότι εννα μου τον πιάετε; Είσαστεν ούλλοι πελλοί μες τούντο δημαρχείο...κάθεστε τζιαι ακούετε του κάθε πελλού τζιαι ...άτε να δω...

Δήμαρχος: Κάτσε κύριε...μα που πάεις...κόρη, μα έφυεν;  

Γραμματέας: Εγίνηκεν καπνός...Δαμέ που θωρώ κύριε Δήμαρχε, οι σιήλλοι έχουν φανατικούς φίλους τζιαι φανατικούς εχθρούς. Τόσα γρόνια, εν είδα μεσοβέζιες. Είτε θέλουν τους πολλά, είτε έθθελουν να τους θωρούν καθόλου...Που να δεις τους άλλους, ποννάρτουν σε λλίο ακόμα...Παρακαλώ κύριε...

λλάζει το σκηνικό, κτυπούν τηλέφωνα, ακούεται η φωνή  της Γραμματέως από το βάθος να απαντά λέγοντας, παρακαλώ ,εμπρός....)

Λεοντής: Είμαι ο Λεοντής... που κάθετε πουτζιή που εν το πάρκο, τζιαι επήρα μιαν επιστολή που κοντά σας, τζιαι ήρτα να μου δώσετε κάποιες πληροφορίες...προτού καταλήξουμε στην απόφαση μας για το τι έννα κάμουμεν...

Δήμαρχος: Μα κύριε Λεοντή, ήντα επιστολή, τζιαι ποιοι να καταλήξετε, για ήντα πράμαν.. πιάστα με την σειρά να δούμεν...

Λεοντής : Έτο, έχω δκιο σιηλλούδκια μιτσιά μέσα στο διαμέρισμα τζι΄αλόπως εκάμαν σας παράπονο ότι λάσσουν τζιαι εν τους αφήννουν να τζιημηθούν...έτσι λαλείτε στην επιστολή σας..

Δήμαρχος: Να την δω; Μμμμμ Α... η επιστολή εν καθαρή, τζιαι πρέπει να δεις ήνταν πον να κάμεις...
Λεοντής: Κύριε Δήμαρχε, εγιώ μόλις έπιασα την επιστολή σου εκάλεσα τα σιηλλούδκια μου τζιαι εσυνεδρίασαμε, να δούμε τι να κάμουμε ...είπα για να μου γράφει ο Δήμαρχος, κάτι έννα ξέρει.. Εν τζιαι αστρονόμουν εγιώ ότι τα σιηλλουδκια μου, εσιεν να μου βκάλουν λάξιμο τζιαι να μ’  αρωτούν πράματα πούννα μεν μπορώ να τους απαντήσω..
Δήμαρχος:(Γελά δυνατά) Λάλε να δούμε ήντα μπου σε αρωτούν τα σιηλλουδκια...;

Λεοντής:  Λαλεί μου τόνα το σιηλλί, η Ροζού μου... εν σατανας ξέρεις: αφεντικό γινίσκετε ο σιήλλος να ακούει φωνές τζιαι καυκάες τζιαι να μεν λάσσει; ήντα σιήλλος εννάνι...τζιαι πολοάτε η άλλη τζιαι πιντώννει : Αρώτα τον Δήμαρχο να δούμε, εμείς τα σιηλλούδκια τα φτωχά, έχουμε κανένα δικαίωμα την ώρα που τούτοι ούλλοι οι πελλοί, σκοτώννουνται, τζιαι πετάσσουν τες μαίρισσες, τζιαι ξιδιμάζουνται, τζιαι ξυπνούν μας μέστα μαύρα μεσάνυκτα; Εν πρέπει να τους λαπορτάρετε, είπαν μου για ηθικούς αυτουργούς, άκου λέξη που ήβρασιν Δήμαρχε για τα λαξίματα τους... Τι να τους πω...,Την Πεύτη,  έχουμε συνεδρία πάλαι...
Δήμαρχος: Εντάξει κύριε, πήεννε στο καλό, τζιαι έννα φωνάξω τον δικηγόρο μας να δω ηντα πον να τους    απαντήσουμε...Μπορείς ως τότε να τους εξηγήσεις τζιαι εσού...να μεν λάσσουν...άτε πήεννε στο καλό τζιαι μιλούμε...

Λεοντής: Προτού φύω να σου πω αλλόνα, τζιαι να τον εύρεις τζιαι να τον τιμωρήσεις...

Δήμαρχος: Μα ποιο να τιμωρήσω; για ήντα πράμα κύριε...

Λεοντής : Ακου...! Προχτές, έπαιρνα τα σιηλλουδκια μου περίπατο τζιαμέ στο γρασίδι πον το πάρκο, να τζηλιστούσιν νάκκον...Που την ώρα που βκήκα πόσσω μου, έσιεν ένα υπάλληλο του Δημαρχείου με την μοτορού τζιαι παρακολούθα με, σαν τον αστυνομικό με τα πολιτικά. Έρκετουν πίσω μου  σαν τζιαι κάτι να καρτέραν...Η Ροζού μου, αλόπως ήταν κρυομένη. Ήρτεν της να κάμει, τζιαι έκαμε...άηστο ήταν τζιαι νερωμένα...Αππηά κάτω που την μοτορού του ο δικός σου, αβρατινί σιχτιμινί να τα συνάξω...Τζιαι να του εξηγώ ότι, έσσυναουντε τζιαι να μεν καταλαβαίνει...τζιαι να του ξαναεξηγώ όσπου τζιαι έβκαλεν με που τα ρούχα μου, τζιαι λαλώ του: ρε μα εννα με πελλάνεις; Σηνάετε η διάρροια που να μεν σου πω...λαλώ του...Σηνάετε Δήμαρχε; Σηνάετε;

Δήμαρχος : Όϊ εσυνάετε κύριε εσυνάετε! πήεννε να χαρείς, γιατί αν μείνεις αλλονάκκον δαμέ, εν να θέλω σιήλλο να με φάει...αμάν πιον...έν καταλάβετε σιόρ, είπαμεν σας εκατόν φορές, αν θα έσιετε σιήλλον να τον έσιετε σαν μέλος της οικογένειας  σας...αλλοιώς εν τον θέλετε...(Απευθύνετε δυνατά προς την γραμματέα του) Κόρη να χαρείς τηλεφώνα τους άλλους τζιαι πε τους νάρτουν άλλην ημέρα. Έθθελω να ακούσω γρι για σιήλλους σήμερα...Νομίζω ήτουν νάρτει σήμερα τζιαι τζιήνος που ετηλεφώνησεν να κάμουμεν πομονή, γιατί λαλεί, έγραψε τον σιήλλον του στο Ωδείον για να μάθει να τραουδά τζιαι να μεν γαυγίζει να πελλανίσκουν οι γειτόνοι του...! Άκου...! έγραψεν τον στο Ωδείο...Δουλεύκουν μας ούλλοι μα τον θεό...Αμά πρόβλημα δηλαδή, τζιαι να μεν καταλάβει κανένας...(μονολογεί...)Ο σιήλλος άμα τον αγαπάς, παίρνεις τον περίπατο, ταΐζεις τον τζιαι καθαρίζεις τον, εν τον νόθεις... Άμα εν έχουν όρεξη, εν τον θέλουν καλέ... Εν τζιαιν υπόχρεος ο άλλος να μεν μπορεί να τζιημηθεί, να μεν μπορεί να παρπατήσει, αεις το προχτές επάτησα τα τζιαί εγιώ, τζιαι ήτουν ούλλη μέρα κτιτζιόν τα παπούτσια μου. Έσιει τζιαί κόσμον που  φοάται, πως εν να τον ακκάσουν...Εν κρίμα τζιοι αδρώποι τζιαι τα κτηνά...που τα κτηνά!...αμα πιον...Τζιαι τζιήνοι οι βουλευτές πότε έννα ξηφοηθούν τους τζιηνηούς τζιαι να ψηφίσουν τον νόμο: όσοι δκιανεύκουντε με τον σιήλλο τους  για να κρατούν σακκούλι τζιαι φτυαρούιν; Ήντα που καρτερούν, να βρωμήσουμε που τα σκατά τους σιήλλους τζιαι ύστερα να τον ψηφίσουν;

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Δήμαρχος: Έλα κάτσε κόρη τζιάφηστα, να πούμεν καμιάν κουβέντα ως αύριο πάλαι μιαν τζιαι ανάβαλες τους άλλους...Σίουρα κόρη ήβρες τους;

Γραμματέας: Έρκουμε κύριε Δήμαρχε γιατί αρέσκουν μου οι ιστορίες σου. Κάθε φορά που τες λαλείς γεμώννουν τα αμμάδκια μου τζιαι πάω έσσω, τζιαι θέλω να αγαπώ ούλλον τον κόσμο...Τζιήνες που τους κάττους εν τες ήβρα, αν έρτουσιν θωρείς τες....

Δήμαρχος: Ώραν ώραν αθυμούμαι, τα γρόνια που ήμουν στο χωρκό, τζιαι έρκετε μου να τα ξαπολύσω ούλλα τζιαι να κολλήσω βούρος...Να φύω..., να πάω τζιαμέ που γεννήθηκα...,, τζι αν εν δυνατό να ξαναβκώ στους κάμπους με το κουπάδι, το δικό μου τούτην την φορά, όπως τότε με τον παππού μου. Να ξαναπιάσω το πιδκιαύλι μου τζιαι την ματσούκα για παρέα.. Να ακούω την καμπανέλλα, τζιαι να λαλώ, τούτη εν η Πατσάλα, να σιήψω να πιώ νερό που μέσα στην κολύμπα τζιαί να μεν σκέφτουμε τούτα ούλλα που μας λαλούν για τα μικρόβια...Ο παππούς μου, επέθανε εκατό γρονών...,Νάχω τον σίηλλο συντροφκιά, όϊ πελάν όπως τωρά... Τζιας     λαλούν: Απου  Δήμαρχος, βοσκός...! έθθα με πείραζε... γιατί ξέρω, ότι τζιο παππούς μου, τζιαί ο Τζιήρης μου, έννα κατεβούν που τον ουρανό για να βρεθούν μιτά μου...να μου τανήσουσιν στο πότισμα, τζιαι να γαλέψουσιν για μένα... Στο χωρκό, ότι ήτουν να γρειαστείς  επήεννες στον γείτο σου...Τωρά, μέσα στην πόλη, αν εν τρόπος ο ένας έννα φα τον άλλο...Ούλλη μέρα καταγγέλλουνται: Όϊ ο σιήλλος του γαυγίζει, Όϊ η πέρκολα τους.... Εξυκάπνισε η ψησταριά του...Φταίουν τους τα ρούχα τους... Ακόμα, πολλές φορές τζιαι τα δικά τους... Ο αρφός τους...Δεν σιέρουνται με την χαρά του διπλανού τους... Δεν ημπορούν να ανέχονται ο ένας τον άλλο.., δεν έχουν ψιησιήν να συγχωρούσιν... Στο χωρκό, επαρπάτησα ξηπόλυτος, έφαα ψουμί, ελιά, τομάτα τζιαι  χαλλούμι, τζιαι επήεν καπνός...Ήρτα στην πολή, τζιαι γυρίζω με το αυτοκίνητο, τρώω ούλλη μέρα όπου το καλλίτερον φαίν. Τζιην την ομορφκιά, την αδρωπιά, την χουβαρτατοσύνη που είχουν μες στο χωρκό, ακόμα πεθυμώ την... Παρατήρα να δούμεν κόρη... σαν να τζιαι κάποιος ήρτεν;

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΟΙ ΚΑΤΤΟΙ

 Γραμματέας: Σαν να άκουσα τζιαι εγιώ κάτι. Άτζιαπι σου ήρταν τζιήνες οι δκιο που τους  κάττους; ....Α....Ελάτε, περάστε... Ο Δήμαρχος καρτερά σας. Αρκείσετε νάκκον οξά φένεστε μου...

Δήμαρχος: Καλοσωρίσετε... Κάτσετε να δούμε...Ποια εννα συντήσιει; εν τζιαι έσιετε σκοπόν φαντάζουμε, να  μιλάτε τζιαι οι δκιο  μαζί; Αποφασίστε...

Φιλόγατος : Εμείς κύριε Δήμαρχε...(ψιθυριστά...η μια στο αυτί της άλλης: Μα τωρά που έσιηψεν ο Δήμαρχος, είδες πίσω του ότι έσιει μια φωτογραφία μιας καττούας άσπρης;).

Φιλόγατος: Έλεγα κύριε Δήμαρχε....μα αγαπάς τζιαι εσού τους κάττους; Μα τούτη η φωτογραφία εν ο κάττος ο  δικός σου...;
Δήμαρχος: (ψιθυριστά: Φαίνεστε μου ότι η φωτογραφία, έκαμε τον θαύμα της τζιαι εγλύτωσε με που την γλώσσα τους..Ότι τζιαι να τους εκάμαν, απ’ ότι εκατάλαβα, ήρταν δαμέ μανικομένες να με φάσειν..) Όϊ, έδωκε μου την ένας φίλος μου με την ευτζιήν να μεν αλλάξω, να μείνω είπεν καθαρός, όπως ήμουν πριν να γινώ Δήμαρχος, τζιαι νάχω τα αμμαδκια μου άνοικτά όπως τα εσιει τζιαί η καττού...! Μακάρι ναν καλά ο άδρωπος...(Ψυθιριστά: Φυσικά, εν τζιαι φαντάζετουν ότι εν να με κάμει τζιαι εμέν φιλόγατον τζιαι να με γλυτώσει, να δούμεν πόθθεν..). Ε, πετε μου τζιαι ήντα αέρας σας έφερε δαμέ σήμερα, γιατί σαν να τζιαλλάσσετε μου κουβένταν;

Φιλόγατος : Έτο, είπιαμεν τον καφέ μας... Να πηέννουμε γιατί τωρά είμαστεν ήσυχες... Ξέρουμε ότι ο Δήμαρχος μας αγαπά τους κάττους...τζιαι ότι εννεν δουλειές δικές του...

Δήμαρχος: Μα πιές δουλειές καλέ.. Μα εν να φύετε δίχα να μου πείτε, ήντα αέρας σας έφερε σήμερα στο γραφείο μου;

Φιλόγατος : Έτο κύριε Δήμαρχε, ήρταμε να σου μαντατέψουμε τζιήνον τον Επόπτη του Δημαρχείου που αννείει το στόμα του, τζιαι ξιδιμάζει τα καττούδκια μας... Σαν εμίλαν μαζί μας, είπεν μας να συνάξουμε τους ψόφους μας, γιατί βκαίνουν πάνω στα αυτοκίνητα, τζιαι κάμνουν του ζημιές... Είπεν μου τζιόλας, ότι εν να τους ψατζιέψει...

Δήμαρχος: Να πάτε στο καλό, τζιαι αφήστε τον σε μένα...Έννα βάλω πιπέρι πάς στην γλώσσα του, να μάθει να την σινάει...Άκου ψόοοφους τα φτωχά τα καττούδκια...Άτε, στο καλό...(Απευθυνόμενος στη Γραμματέα του: Φώναξε μου τον πάνω τούτον τον Επόπτη να δούμε...

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ: ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ

Δήμαρχος: (μονολογεί) Να μεν καταλάβουν ότι πρέπει να σινάουν την γλώσσα τους καλέ...Είπα τους δκιο σιηλιάες φορές, ότι πρέπει να σέβονται τες λόξες του κάθε νου, για να σέβουντε τζιαι τζιήνοι τες δικές τους...
Γραμματέας: Εν απαντά. Αλόπως λείπει. Να τον φέρω αύριο; Μαννα χάννεις την ώρα σου, κύριε Δήμαρχε; Νομίζεις ότι τζιαι να του πεις, εν να αλλάξει τίποτε; Έτο τζιήνος, πόσιει έσιει... Είδες κανέναν να αλλάξει τόσα που τους λαλείς ούλλη μέρα; Άμα εν ημπορείς να πιάσεις το κουρπάτζιν, τζιαι η μια βλάφτει σε τζιαι η άλλη φελά σε , εν κάμνεις τίποτε...

Δήμαρχος: Επήαν τα γρόνια τα παλιά ποθώρεν τον μάστρο του ο υπάλληλος τζια προσηκώννετουν! Είσιεν εκτίμηση, γιατί έξερεν ότι εν να πεινάσει αν ηβρεθεί άνεργος. Τωρά ; Αντί εκτίμηση για τον μάστρο τους έχουν... δικαιώματα! Αν είχαν τουλάχιστον για το κόμμα τους; Που τηλεφωνά πουτζιή, ποδά, όσπου να τους ημπήξουν πούποτε, τζιαι ύστερα κρατούν τους τζιαι, αξίζουν εν αξίζουν, προηβάζουν τους τζιόλας. Τζιαν μεν τους το κάμουν, λαλούν τους ψηφίζουν άλλο κόμμα... Τζιάμα ακούουν έτσι πράμα στο κόμμα, πιάννει τους το κόψιμο που λαλούμεν, τζιαι γυρεύκουν απόπατον με το συμπάθκιον..
Νομίζεις εγιώ, εν τυχαία πούβαλα τζιήνην την ταπέλλαν τζιαμέ που λαλεί, ότι όταν κάμνεις έναν ρουσφέττι, γεννάς έναν αχάριστον τζιαι ενενήντα εννιά άγκρισμένους; Ησύχασεν η κκελλέ μου... Μακάρι να το καταλάβαινε τζιαι τζιήνος ο μιτσής ο σύμβουλος, τζιαι έσιεν να συνάξουν τον νου τους ούλλοι...

Γραμματέας: Κύριε Δήμαρχε, λαλώ του προχτές, ρε πιαστην τζιηνην την γενέκα πουρτε δαμαί κλάμωντα, τζιαι είπες της εννα πας να σάσεις τις πλάτζιες που εσπάσαν πόξω που το σπίτι της, τζιαι να μου λαλεί ότι κρόννουμε τους πελλούς; Ήρτε μου εμεν που είμαι γενέκαι να τον πιάω τζιαι να τον σύρω μες τον ποταμό μα τον θεό...Ρε λαλώ του, σκέφτου τες τέσσερεις σιηλιάες που σου τρακκουρούν κάθε μήνα που τα στέρημα τους...Εγύρισεν που την άλλη τζιαι έφυεν...με φάουσαν είπεν με πανούκλαν...ήρτε μου να του βουννήσω το τρυπητήρι πας στην κκελλέ!

Δήμαρχος: Ο κόσμος παλιά εδώξαζεν τον θεό που είσιεν μια δουλειά να βκάλλει το ψουμίν του . Είπαν να κάμουν συντεχνίες να λλιάνουν τις ώρες τους τζιαι να πολλήνουν τζιαι νάκκον τα ριάλια. Εκαταφέραν τα, μα εξηχάσαν να βάλουν ρέτινα να βάλουν χαλινάρκα! Τζιαι επιάμεν τον κατήφορο τζιαι θέλουμεν τα ούλλα έτοιμα, δίχα να δουλεύκουμε, γιατί λαλεί το κεφάλαιον κερδίζει πολλά τζιαι πρέπει να πιαουμεν που τζιήνα! Πε πε, για το Κεφάλαιο, εκάμαμε τον κόσμο τζιαι εν θέλει να δουλεύκει. Την  μάνα τους να λούσουν, θέλουν την μαυρού τους... Λαλείς τους ρε, δουλεύκετε, πιάστε που το κεφάλαιο λαλούν σου! Ώσπου εννα παει τούτη κατάσταση...; Έθθωρουν ότι ο θεός, όπως παλιά έστελλεν την πανούκλα για να αθθυμίζει ότι πας τούντην γη είμαστε σημερινοί τζιαι αυριανοί, τωρά στέλλει μας μιαν το χρηματιστήριο τζιαι μιαν την οικονομική κρίση;

Γραμματέας: Άλλαξεν ο κόσμος Δήμαρχε! Άλλαξε τζιαι εν ιστρέφεται πίσω..

Δήμαρχος: Τα γρόνια τα παλιά, ο κόσμος εσώδκιαζεν δέκα, εφύλαεν τα δκιο! Εν εγίνετουν να μεν φυλάξει τίποτε. Ελαλούσαν οι παλιοί ,φασούλιν- φασούλιν γεμίζει το σακκούλι... Νάσιει για τον γιατρό, νάσιει για το σκολείον.... Να μπορεί να γοράσει παναυρκότικά πουταν ναν πα στο παναύριν. Τωρά; Τρώντα πριν να τα δουλέψουν. Τωρά λαλεί, έσιει βίζαν τζιαι όβερτραφτ! Εν εκαταλάβαν ότι τζιήνες οι κάρτες που τους δκιούν οι τράπεζες, εν σαν το σιηνίν που σου δκιουν να κρεμαστείς...Δουλεύκουν- δουλεύκουν τζιαι ούλλον εν αχόρταοι...Ευκαριστώ, τζιαι δόξασι ο θεός, εν λαλούν ποττέ τους...

Γραμματέας: Εν τζιεν ούλλοι έτσι κύριε δήμαρχε, έσιει που κουμαντάρουν τζιαι εκτιμούν. Μα θωρούν τους άλλους...
Δήμαρχος: Τούντο «θωρούν τους άλλους», εμέν βακκά μου την...Ο κάθε ένας να θωρεί τον εαυτό του τζιαι να μεν επηρεάζεται.. Αντί να θωρούμεν τον καλλίττερον μας, πάντα θωρούμεν τον παττάλικον τζιαι αντιγράφουμεν τον; Εν αφορμάες που βρίσκουμε γιατί εν ημπορούμεν να τα βάλουμε με τες αδυναμίες μας.. Αν εξυπνούσαμεν το πρωίν, τζιαι εκάμναμεν την προσευχή μας στον θεό τζιαι ευκαριστούσαμεν τον για ούλλα τα καλά που μας έπεψεν, τζιαι την δουλειά στο δημαρχείο, τζιαι στην κυβέρνηση  με ούλλα τα καλά της, ήταν να κάμνουμε τζιαι τα μανίτζια πάνω τζιαι να δουλεύκουμε....αλλά τωρά το μόνο που έμεινε, είναι να κάμνουμεν τους άνεργους... εκ περιτροπής! Νάρκουνται τζιήνοι πον πόξω που την κυβέρνηση τζιαί πόξω που τα  Δημαρχεία, να πιάννουν πεντέξη μήνες τον μισθό μας, τζιαι να πιάνουμε τζιαι εμείς το ανεργιακόν τους.. Για να εκτιμήσουμε την δουλειά που μας έπεψεν ο θεός...Άνεργοι εκ περιτροπής...Πε πε για τζιήνην την προεδρία εκ περιτροπής την γέρημην, έννα τα κάμουμεν ούλλα εκ περιτροπής μες τούντον τόπον.. Την ανεργία, την γενέκα τζιαι τον άντρα μας, ώσπου να μας χάσει ο θεός να ησυχάσει τζιαι τζιήνος, τζιαι εμείς...

Γραμματέας: Είσαι σκληρός σήμερα, μα εν τζιαι αδικώ σε...έκαμες τόσα για ούλλους μας. Επαράτζιηλες μας. Έστειλες μας σεμινάρια. Έφερες μας Ψυχολόγους, Ειδικούς, έτο αλόπως μόνο ψυχίατρους  εν μας έφερες...οξά έφερες μας τζιαι πουτζιήνους τζιαι εν επήραμεν μυρωδκιά.. Αλλά λλιοι εν που το εκτιμούν τζιαι καταλάβουν. Άτε! Σύναξε τα, τζιαι πήεννε να πνάσεις, τζιαι αύριον πάλαι.. Πρωίν πρωίν, έννα δεις δκιο τρεις με τα εξώδικα. Ποτούτους που γράφουν οι τροχονόμοι τζιαι λαλούν έναν σωρό ψευτιές για να τα γλυτώσουν..

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ: ΤΑ ΕΞΩΔΙΚΑ

Γραμματέας: Ήρτα  κύριε Δήμαρχε. Έννα πιεις έναν καφέ να σου παρατζίηλω; Μα πότε ήρτεν ο κύριος Γιάννης τζιαί έφυεν μάνι μάνι. Όσπου να πάω στο φαρμακείο τζιαί νάρτω ετέλειωσεν τζιαί έφυεν; Ήβρα τον κάτω τζιαί ήτουν σαν τον συγχισμένο. Έλα πε μου, μα ήντα που εγίνηκεν;

Δήμαρχος: Είδες την ώρα που έφευκες έμπαιννεν τζιήνος. Λαλώ του έλα, κόπιασε κύριε Γιάννη..,  κάτσε. Θέλεις καφέν λαλώ του; Λαλεί μου έπιαεν παραγγελία η Γραμματικός σου πριχού βκει έξω...Έννα μπω ολόισια στο θέμα μας ... Λαλώ του κύριε Γιάννη  μεν βιάζεσαι, έχουμεν ώρα...Μα εψές είδα σε στην τηλεόραση ...Μα τι εφράδεια, τι μεστός λόγος, μα που τα βρίσκεις τούτα ούλλα; Άμα μιλάς για την πατρίδα τζιαι την θρησκεία λαλώ του, τρέσιει μέλιν τζιην το στόμα σου...Τζιαι που το ράδιον ακούωσε...

Γραμματέας: Λάλε να δούμε τι σου είπεν τζιήνος;

Δήμαρχος: Δίννει το φρίδην του, τζιαί θυμωμένα λαλεί μου: Άμα μακούεις που το ράδιον, να μα ακούσεις τζιαι τωρά, τζιαι έννα δω τζιαι σέν την αδρωπιά σου...Εν για τζιήνον τον μπάσταρτον, τον κοντοστούπιν τον τροχονόμον σου, που έννα σου πω, πριχού του γυρίσω καμμιάν τζιαι σιήσω την κκελλέ του τζιαι μπερτέψω.. Εν η τρίτη φορά που με γράφει. Εν ημπόρω να σταματήσω πάνω στο πεζοδρόμιο, τζιαι να μεν βρεθεί μπροστά μου...

Γραμματέας: Μα πας στο πεζοδρόμιο...ίσια πάνω στο πεζοδρόμιο βρίσκει τζιαι τούτος  να σταματήσει; Που την άλλη εν τζιαι ξέρει το αυτοκίνητο του ο τροχονόμος ...

Δήμαρχος: Έτσι του είπα τζιαί εγιώ για να τον ηξηφορτωθώ: Οφείλει να το ξέρει ...λαλεί μου! Εν είμαι όποιος-όποιος εγιώ...Στες δκιόμιση σιηλιάες σύνταξη που μου διούν τον μήνα, λαλεί μου, εν τζιαι λοαρκάσαν τζιαι δκιακόσια ευρώ τον μήνα εξώδικα...Έννα του δόκω πάνω στην κκελλέ, λαλεί μου, αν με ξαναγράψει...Εγιώ εν τον άκουα πιον! Εθώρουν μιαν το μπαλκόνι, τζιαι μιαν τον ποταμό... Εν το επίστευκα...έρκετουν  μου να δώκω πουδαμέ κάτω....Καλά λαλούν ότι τα μεγαλύτερα εγκλήματα εκάμαν τα στο όνομα της πατρίδας τζιαι της θρησκείας...Όταν έφερα τον νου μου κόρη μου λαλώ του:  μα εν μου είπες κύριε Γιάννη ήντα σταματάς κάθε τζιαι λλίον πάνω στο πεζοδρόμιον...γιατί εν ισταματάς κάτω ,να μπορούν να παρπατούν τα πλάσματα τζιαι προ πάντων οι αναπήροι...;

Γραμματέας: Είμαι περίεργη να ακούσω ήντα μπου σου είπεν...

Δήμαρχος: Έχω δουλειάν λαλεί μου, εν ημπορώ να έχω δουλειάν; έννα δκιώ λοαρκασμόν του κοντοστούππι του τροχονόμου σου;...εγιώ πάντως, εν πιερώννω μπακκίρα... Τότες τζιαί εγιώ λαλώ του: Να μέν πιερώσεις, ναμέν πιερώσεις κύριε Γιάννη. Έσιεις δίκαιον, εβαρέθηκεν τους η ζωή μου τζιη ψυσιή μου...Τούτα ούλλα, να τα πεις του δικαστή, να σε αθωώσει τζιαι ύστερα σάζω τους εγιώ...

Γραμματέας: Μα είπες του έτσι πράμα κύριε Δήμαρχε! Εν τω πιστεύκω μα τον θεό..
Δήμαρχος: Όϊ έσιε να τον κάμω πούλλαν! Ενόμησεν ότι όποιος εν αντρέπεται κάμνει τον κόσμο ούλλον δικό του. Μα ποιου δικαστή κύριε Δήμαρχε, λαλεί μου. Αλόπως θέλεις να αθρογραφήσω; Ξέρεις είμαι πολλά ισχυρός, εγιώ τζιαι στη τηλεόραση, τα ράδια τζιαι τις εφημερίδες... έθθελω να σε εκθέσω εσένα γιατί εν κουμαντάρεις τους τροχονόμους σου...Εγιώ τζιήνην την ώρα,  ένοιωθα όπως τον κάττο που κραεί τον ποντικόν τζιαί φακκά τον χαμαί. Λαλώ του: Μα εν τζιαι να με εκθέσεις κύριε Γιάννη! Έννα λάμψει η δικαιοσύνη, τζιαι ύστερα  σάζω τους...Εσυκώστηκα πάνω τζιαί λαλώ του, άτε στο καλό τζιαι ηρτεν το άλλον ραντευού...τζιαι θώρε, να αθθυμάσαι να με καλέσεις τζιαι εμένα για μάρτυρα...γιατί έχω τα τζιαι εγιώ με ούλλους τους τροχονόμους που γράφουν τον καθένα που... παρκαρίσκει πάστα πεζοδρόμια... Γυρίζει σαν τον σιεσμένον, με το συμπάθκιο, γιατί εν τζιήτουν παλαβός εκατάλαβεν ήντα που του έκαμνα, τζιαί λαλεί μου: Έννα πάω να το πιερώσω γιατί είπα σου, λαλεί μου, εγιώ είμαι ψηφοφόρος σου τζιαι εν θέλω να σε εκθέσω...Τζιαί έφυεν ...

Δήμαρχος: Άτε, πήεννε δε αν ήρτεν το άλλο ραντεβού κόρη...

Γραμματέας: Ναι, εσιει τζιαι λλίην ώρα που σαν κάτι να άκουσα...

Δήμαρχος: Ήντα θέμαν ένι κόρη...

Γραμματέας : Τώρα νάρτω να σου πω... Εν τζιήνη η αγκαστρομένη... που κάμνει την κακομάζαρην...που ξαναήρτεν...

Δήμαρχος: Μα εν τζιήνη που μου είπεν εν φτωσιή τζιαι εν βαστά ππαράες τζιαι είπα της να πάει να της τα πιερώσει ο άντρας της, τζιαι είπεν μου εν εσιει  αντραν;

Γραμματέας: Εν τζιήνη που άμαν τζιήπεν σου ένεσιει άντραν λαλείς της «ααα ο χαρτωμένος πιερώννει έτσι πράματα πιο εύκολα, τζιαι λαλεί σου: εν έχω με χαρτωμένον...»

Δήμαρχος: Ααα που της είπα: Καλά, άντραν ένεσιεις, χαρτωμένον ένεσιεις, το κοπελλούιν, λαλώ της, ήνταλως το έκαμες; Τζιαι λαλεί μου: Έτο έκαμα το μένα παντρεμένο που εν μπλεμένος με την πελλή την γενέκα του, τζιαι εν του δκιά διαζύγιο, είπεν μου...Εσκέφτηκα τζιαι εγιώ ήντα τζιαιρούς εφτάσαμε: ήρταν οι καύτζιες να διώξουν τις γενέτζιες!...τίποτε εν αφήκαμε στην θέση του.. Να της πεις, έθθα την δω. Όπως κραεί ριάλια τζιαι βάλλει πεζίναν, πιερώννει λάστιχα, άδειες τζιαι μηχανικό, να φυλάει τζιαι για τα εξώδικα...αμμά θράσος πιον!


ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ: ΤΟ ΡΟΥΣΦΕΤΤΙ

Γραμματέας: Έννα της τα πω έτσι που μου τα είπες, γιατί εν τζιαι καταλάβουν άλλην γλώσσα...Ίσια πάω να της το πω τζιαι... σάστου! Εν έξω τζιήνος που ξαναήρτεν τζιαι είθελεν δουλειά για τον γιό του. Που σου είπεν ότι αν δεν το πιάσεις, νάσιει μιαν δουλειά να βκάλει το ψουμίν του, έννα τον βουράτε που πίσω με εκατόν αστυνομικούς τζιαι να τον ταΐζετε τζιαι να τον ποτίζετε μες τες φυλακές δωρεάν που το κράτος...

Δήμαρχος: Με μου τον φέρεις να χαρείς. Ήντα πον να πω του πλασμάτου; Ότι εγιώ έχω ένα ψήφο τζιαι ότι θέλουν οι άλλοι  κάμνουν; Την άλλη φορά ελάλουν τους, ρε ελάτε να πιάμεν τους πολύτεκνους τζιαι ότι μεινεί μοιράζετε το.. τζιαι να μου λαλούν ότι τούτον έννεν κριτήριο...Ήντα πον να πω του πλασμάτου τζιαι να με πιστέψει...Όϊ, μεν μου τον φέρεις...Καλύττερα πε του τα εσού κρυφά, να μεν ακούει κανένας. (χαμηλόφωνα) Πέτου  να τους συνάξει ούλλους τζιαι να κάμουν διαδήλωση να σταματήσει το ρουσφέττι, ή να πάει νάβρει κανέναν κόμμα, πέρκι τζιαι υιοθετήσει τον μιτσίν του. Αλλιώς πέτου, να μεν καρτερά...Αλλά, πέτου τα εσού...εν πάει να του τα λαλώ εγιώνι τούτα...Εννα το κάμει  όμως; Τζιαί αν το κάμει έννα τα καταφέρει; Αφού άμα έσιει καμιά θέση στη κυβέρνηση, ούλλοι βουρούν πουτζιή ποδά να έβρουν μέσο, τζιαι ούλλοι πιστεύκουν ότι με τούντον τρόπο, έννα τζιήνοι πον να προσληφθούν! Ήνταλως έν κάμουν τζιαι διαδήλωση. Έχουσιν μούτρα...; Άτε, διπλώνουμε τα για σήμερα...Εσού τζιαι αύριον τζιαι κανεί . Που Δευτέρας, εννάσε με άδειαν...Ελάλουν επεθύμησα το χωρκό, τζιαι εν επίστευκα ότι ήτουν να νοιώθω έτσι...Εν αντέχω άλλο...

Γραμματέας: Κράτα καλά τζιαί μεν φοάσαι..Ο κόσμος θέλει να κάμνει την δουλειά του, αλλά καταλάβει τζιαι στο τέλος ανταμείβει...

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ: ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ

 Δήμαρχος: Ξέρεις; εψές σαν είμουν έσσω μου, ήρτεν στο νου μου τζιήνος ο προχτεσινός, πούρτεν δαμέ Αγία Πέφτει, ενόμισα για να με ποσιερετίσει γιατί έσιεν να πάει, είπεν μου, στο εξωτερικό να κάμει εγχείριση την αορτή που παίρνει γέμαν στην καρκιά του, τζιαί εν έξερεν αθθα στραφεί πίσω ζωντανός! Τζιαι που την μια τζιήνος τζιαί που την άλλη εγιώ ελουθήκαμεν τα κλάματα. Αθθυμάσαι ήντα που μου είπεν την ώρα πόφευκεν που το γραφείο μου τζιαι εσκούπίζαμεν τζιαί οι δκιό ταμμάδκια μας τζιαί ελάλουν του: κουράγιον ο θεός εν μεγάλος; Είπεν μου: Δε ώστι να στραφώ κε Δήμαρχε μου, «πέρκι πάρεις τζιήν τον γείτον μου στο δικαστήριο γιατί προχτές εξυκάπνιζεν πάλαι η ψησταρία του τζιαι έρκετουν έσσω μου ούλλος ο καπνός του»!

Γραμματέας: Αθθυμούμαι, καλό εν αθθυμούμαι; Εξήχασες που επήα να σου φέρω νερόν να πιεις; Ήτουν να σέβρει το εγκεφαλικό! Έκαμεν σε τζιαί επαραλάλες τζιαι εγύρισες τζιαί είπες μου ο θεός να τον λυπηθεί τζαί να τον βοηθήσει να στραφεί πίσω ζωντανός, γιατί τούντα λόγια που λαλεί αγία Πέφτει, μόνον λόγια του σατανά μπορεί να είναι...

Δήμαρχος: Έσιει φορές που πνίουμε τζιαι ληύκει μου το οξυγόνο που τούτα που ακούω τζιαι θωρώ. Ώραν- ώραν νομίζω ότι τον τζιαιρόν μας στο χωρκό εν είχαμεν έτσι πράματα. Μα να σου πω την αλήθκεια, εν που ξηχάνουμε. Εν τζήταν ακριβώς έτσι τα πράματα! Είσιεν τζιαι τότε τα κακά του ο κόσμος αλλά ήτουν πιο λλία τζιαι εν ακούουνταν. Τωρά με το παραμικρό με τούντες τηλεοράσεις κάμνουν σε τουτούκκιν... Αθυμούμαι ελάλεν μου ο παππούς μου, ότι ο γείτος του, αγκάλεσεν τον διπλανόν του γιατί έφυεν του ο πετεινός τζιαι εμπήκεν στην αυλή του. Ο άλλος ετράβησεν το τσιακκούιν τζιαι έκατσεν του σαράντα μασιερκές γιατί εκατούρησεν του πας το τοιχον την ώρα που επήεννεν έσσω που τον καφενέ, τζιαι εσύφτασεν. Ευτυχώς ο αδρωπος εν επέθανεν. Αλλά ετράβησεν πολλά...Τι να αθθυμηθώ άλλο, που καθούμασταν πουκάτω που το παραθύρι της νοσοκόμας άμα εκλείαν τα σκολία τζιαι εν αφύνναμεν κανένα να τζιημηθεί όστι έναν πρωίν η ώρα τρεις εσιώνοσεν μας το κατουρέλλιν πουπάνω, τζιαι εν εξαναπήαμεν ;

Γραμματέας: Δηλαδή κε Δήμαρχε ο κόσμος θέλεις να πεις εν πάντα ο ίδιος; Με τούτα που μου λαλείς, λλίον πολλά ο κόσμος εν αλλάσσει. Νομίζω όμως ότι εσιεν μιαν διαφορά πολλά μεάλην. Ο τζιήρης σας άμα άκουεν τα κατορθώματα σας τι σας έκαμνεν; Αθθυμούμαι μιαν φοράν εμέναν τον αρφό μου εσάπισεν τον που το ξύλο. Επόνεν έναν μήνα .Τζιαι έπεψεν τον να γεμώσει νερόν δκιο βαρέλια τζιαι τες κούμνες, σίκλα- σίκλα, που τον λάκκον πούταν πόξω που το χωρκόν...Αν έθελεν, ας μεν επήεννεν. Έσιεν να τζιημηθεί τζιαι νηστικός...

Δήμαρχος: Οι αρσοινιτζιοί  του χωρκού, άμα εκλείαν τα σκολία, επηένναν ούλλοι μιτζιοί μιάλοι δουλειάν. Άλλος στο περβόλι, τζιαι άλλος στο θέρος, άλλοι εκουβαλούσαν με το γαούριν κόννον να βάλουν πάνω στο δώμα για να μεν τρέσιει τον σιημώνα...Εν τους εμείνισκεν όρεξη με ναρκωτικά να ρουφούν, με αππάρους να παίζουν, με γενέτζιες να τρέχουν πουπίσω. Λλίους καυκάες, η αλήθκεια, εκάμναν τους. Αλλά έπεζεν η αγία η ράβδος τζιαι εσωζηάζαν ούλλα...Οι κοπελλούες εσιε να κάμουν τες δουλειές του σπιδκιού , τον τραχανά, τζιαι να κεντήσουν τζιαι να ράψουν την προίκα τους...Τωρά εκλείσαν τα σκολία, έτους αδκιασερούς, μεσα στες στράτες...Αν εν τη Λαμπρή όσσο τζιαι φτάνουμεν να τους βουρούμεν πουπίσω να τους σινάουμεν τα ξύλα για να μεν κρούσουν την πόλη. Ως τζιαι την λαμπρατζιάν εκάμαν την πονοτζιέφαλον για ούλλην την κοινωνία... Μέσα στο πάρκα είδες ηνταν πουγίνεται; Εκαταντήσαν τα, απού ευτζιήν, ναν σαν την κατάρα! Ούλλη νύκτα φωνάζουν, κάμνουν ζημιές, ξιτιμάζουν τους γειτόνους...Τζιαι τούτον ξέρεις γιατί; Γιατί κλείουμεν τα σκολία τζιαι ξαπολούμεν τους μεστες στράτες δίχα νάχουν τίποτε να κάμνουν. Εν εμπορούσαν να τους κάμνουν αθλητισμό, να πογιατίζουν τες τάξεις τους, να καθαρίζουν τες αυλάες, να χορεύκουν, τζιαι να τραουδούσιν; Τα γρόνια τα παλιά έσιεν να ασπρογιάζουν τους τοίχους ή να κουβαλούν νερό που τον λάκκο. Να κάμνουν δουλειές να μεν βαρκούνται...Το καθίσι, εν ούλλον κακά ελαλούσαν...

Γραμματέας: Μα κύριε Δήμαρχε νομίζω επήρες την μακρυά την σίκλα! Τότε ο κόσμος εδούλευκεν για να ζιεί, τζιαι έλυεν μόνος τα προβλήματα του...Τόλμα τωρά τζιαι πέτου δασκάλου ή του καθηγητή, νάρτει τα Γριστούγεννα τζιαι την Λαμπρή να ποσκολιεί τα κοπελλούδκια... τζιαι μεν τον πιερώσεις ή αν ημπορείς βάρτον μιτσήν να πογιατίσει, γιά να καθαρίσει! Εννάρτει ο γονιός τζιαι να σου ζητά τα ρέστα. Τζιαι αν δεν τον ικανοποιήσεις, κινά σου τζιαι αγωγή για παραβίαση των δικαιωμάτων του παιδκιού... Είσιες τον τζιαιρό σου... δικαιώματα; Μόνον υποχρεώσεις... Τωρά εχαθήκαν οι υποχρεώσεις τζιαι εμείναν τα δικαιώματα! Εκάμαμεν τα, ίσια ίσια...

Δήμαρχος: Νομίζω επαρασυρτήκαμεν σήμερα τζιαι έπιασεν μας το παράπονο. Άμα το καλοσκεφτείς η κάθε εποχή εσιει τζιαι τα καλά τζιαι τα κακά της . Παλιά επηένναν ούλλα σιγά σιγά. Εφαντάστηκες σήμερα να πιάννεις το γαούρι που τον Φικάρδου τζιαι να κατεβαίννεις την Κλήρου να ψουμνίσεις; Να τρως μιαν ημέρα να πας τζιαι νάρτεις; Δαμέ πατάς το κουμπί του ίντερνετ τζιαι κάμνει δέκα δευτερόλεπτα να σε πάρει τον Καναδά, τζιαι πας τζιαλλάσσεις το κομπιούτερ γιατί λαλείς εν σιανό...Που την ώρα ποπλαστήκαν πλάσματα πάνω στην γη, έσιει τζιαι τους καλούς, έσιει τζιαι τους κακούς... Η ιστορία ούλλη, είναι εσού, που θέλεις να σταθείς τζιαι που, θέλεις να θωρούν τ’ αμμάδκια σου. Στο καλό, οξά στο κακό...Τον δρόμο της αρετής, οξά τον δρόμο της κατζιήας! Πάντα εμείς δκιαλέουμεν. Κανένας εν μας αναγκάζει. Θώρε τζιαι δαμέ στο Δημαρχείο...Τζιήνος πόσιει το τζιαιν καλός, τζιαι να του κάμεις κάτι τζιαι να αγκριστεί, κάμνει δκιο τρείς ημέρες αγκρισμένος τζιαι ύστερα περνά του. Τζιήνος που τόσιει τζιαι τεμπερχανάς, ούλλη μέρα ούλλα φταίουν του. Άλλη δουλειάν που να μιλά για τζιήντες μαυρωγέρημες τες προσαυξήσεις τζιαι τζιήντες  κλίμακες του εν κάμνει. Τζιαι άμα τον πιάσεις τζιαί εν δουλεύκει, λαλεί εν πόφτασε στο “ττοπ” του. Έτσι το λαλούν άμα πιαν ούλλα τους τα ριάλια γλήορα! Τζιαι τούτοι ποκάμαν τούντες κλίμακες εσουξούλαν τους ο σατανάς να τες τραβήσουν ώστιν ημέρα που βκαίνουν σύνταξη; Πιάννει ο άλλος δκιόμιση σιηλιάες τζιαι λαλείς του να σφικτεί νάκκον τζιαι αρωτά σε ήντα όφελος έσιει; Έσιει λαλεί που τα πέρσι πον εις το “ττοπ” του! Τζιαί ξέρεις τούτοι βκάλουν τζιαί το όνομα τους άλλους, τους πολλούς που δουλεύκουν τζιαί με κλίμακαν θωρούν, με τίποτε...Εν τζιαι βρέθεται λύση. Μόνον άρκον πόννα παττίσουμε.. μόνο τότε έννα κατεβεί ο νους μας...

ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ: ΕΣΙΕΙ ΑΚΟΜΑ ΑΘΡΩΠΙΑΝ

Γραμματέας: Μα κύριε Δήμαρχε μιλάς τζιαί ο νους σου σαν να τζιαί έννε δαμέ. Εσύγχησε σε τούτη η γενέκα, η τυφλή, που έβκειν που το γραφείο σου τωρά;

Δήμαρχος: Η γενέκα τούτη εν με σύγχησε κόρη! Έκαμεν με να δω πως το πλάσμα μπορεί να έσιει δύναμη τζιαι περηφάνια τζιας του εστέρησεν ο θεός το φως του. Έκαμεν με να νοιώσω που την μιαν άσιημα γιατί εγιώ έχω το φως μου τζιαι κάποτε λήφκουμε την δύναμη τζιαι γονατώ μπροστά στα προβλήματα,  τζιαι που την άλλη έδωκεν μου  δύναμη. Είδες την; ήρτεν μες το γραφείο τζιαι εκράταν την αγκώναν της γειτόνισσας της. Τζιαμέ που νόμιζα ότι εχάθηκεν η αδρωπιά άξαφνα είδα την ομπρός μου! Έκαμεν της, είπε μου, την σιωφερίνα για να την φέρει στο γραφείο μου, τζιαι έβαλλεν της ευτζιές. Παίρνει την τζιαι στον γιατρό τζιαί όπου αλλού γρειαστεί. Όποτε γρειαστεί κάτι είπε της τζιαί τηλεφωνά της, τζιαι κανονίζει τες δουλειές της τζιαί παίρνει την .Εν ο άγγελος προστάτης της είπε μου, τζιαί εγύρισεν στα τυφλά τζιαί εφίλησεν την πάνω στο μάουλον. Τζιαι τζιήνη, έβαλε την μες την αγκαλιά της, έσφιξε την τζιαί εφίλησε την πάνω στα  μαλιά της... Εγέμωσεν το γραφείο μου αγάπη τζιαι καλοσύνη που είσιεν πολλήν τζιαιρόν να νώσει, τζιαι τα αμμάδκια μου εγεμώσαν με  δάκρυα..!

Γραμματέας: Θωρείς ότι ακόμα υπάρχει καλοσύνη τζιαί αδρωπιά; Αντί οι τηλεοράσεις τζιαί τα ράδια τούτα να τελλαλίζουσι, που το πρωί ως τα μεσάνυκτα, μόνο για τα κακά λαλούν μας. Ο ένας έσφαξε τόσους τζιαί γυρεύκου τον, ο Κωστής έπιασε την γενέκα του Γιαννή τζιαί εσφακτήκαν...δκιό ληστές εμπήκασι στην τράπεζα...Τόσα καλά που γίνουνται αν είχαν όρεξη να τα τελλαλίζουν, έσιεν τζιαί ο κόσμος να τους  τα λαλεί, ενώ τωρά έμαθε τζιαί ο κόσμος τζιαί ούλλη μέρα τηλεφωνά για τα στραβά... Σιγά σιγά δηλητηριάζουν μας τζιαί εμείς σαν τους παλαβούς καθούμαστε τζια ακούουμεν τους. Τούτοι πόχουν τους σταθμούς εν το καταλάβουν; Εν έξυπνοι αδρώποι. Να βκάλουν μιαν ανακοίνωση τζιαί να πουν ότι όσοι εμάθαν νακούν μόνο κακά, να πιάνουν άλλον σταθμό γιατί ο δικός τους μόνο τα καλά εννα λαλεί πουδαμέ τζιαί δα...

Δήμαρχος: Εφαντάστηκες να αννοίεις την τηλεόραση τζιαί να δείχνει μόνο καλές πράξεις; Έσιεν να αλλάξουν τον κόσμο: (Σε ύφος εκφωνητή τηλεοράσεως)Σήμερα επισκεφτήκαμε το σπίτι της Γληορούς τζιαί ήβραμεν την κόρη της τζιαί έσαζεν την, τζιαί στην κουζίνα τον γιο της τζιάι εμαΰρευκε της. Αρωτήσαμε την που είναι η μαυρού τζιαί επήραμεν την απάντηση ότι την μάνα  τους σάζουν την τα παιδκία της. Στην συνέχεια, επισκεφτήκαμε το γεροκομείο της Αγίας Μαρίνας στον Στρόβολο τζιαί συναντήσαμε δκιο κυρίες που αντί να κάτσουν στον καφέ τζιαί να κουτσομπολέυκουν τον κόσμον ούλλον, ήρταν να κάτσουν νακκουρίν με τους παππούες τζιαί τες στετέδες να τους κάμουν παρέα. Αρωτήσαμε ένα παππού αν θέλει τίποτε να του φέρουμε τζιαί είπε μας μόνο να κάτσουμε πέντε λεπτά να πούμε καμιά κουβέντα τζιαί εν θέλει τίποτε είπε μας!

Γραμματέας: Εφαντάστηκες να ανοίξεις την τηλεόραση πόψε τζιαί να πει ότι μια κυρία αποφάσισε τζιαί είπε της γειτόνισσα της που είναι ανήμπορη, όποτε θέλει να πηέννει κάπου, να της τηλεφωνά να την παίρνει; Έσιεν να αλλάξει ο κόσμος ούλλος τζιαί να γενεί καλύτερος...Ε..., τζιαί ήντα που εγίνηκεν ύστερα με τζιήνην την γενέκα;

Δήμαρχος: Με αμμάδκια  τυφλά, που βκάλλασι φωτιά, γεμάτα δύναμη τζιαί πόνο, δεν μου ζητούσε τον φόρο να γλυτώσει. Μου έλεγε  συνέχεια πως θέλει να πιερώσει! Μ’ αρωτούσε που να τα βρει, τα ερούφησε ελάλεν μου ούλλα  ο πόνος! Του παιδιού με τα ναρκωτικά, του άλλου με την φτώσια. Το σπίτι το ατέλειωτο που πέφτουν οι σουβάδες...

Γραμματέας: Πόσο φτωχό το σύστημα σαν τα ευρώ που του γρωστάς
ζητά να του πιερώσεις, την ώρα που δεν νοιάζεται αν έσιεις να του δώσεις...

Δήμαρχος: Ήτουν άδκιο το πορτοφόλι της, τρύπιες οι πούντζιες  του  πανταλονιού της! Δυστυχώς, δεν μετρά στον υπολογιστή ο θησαυρός τζιαί η ομορφιά που έσιει στην  ψυσιήν της... Δεν ημπορεί υποχρεώσεις να πιερώσει... Δεν εξαργυρώνεται ο πλούτος των τυφλών  ματιών που είσιεν να μας δώσει...Τον πλούτο της ψυσιής της, δεν μπορεί κανένας μας να νοιώσει... Τα τυφλά τα μάτια της το μόνο που μπορούνε, έννα γεννούν τες τύψεις μας τζιαί να μας φτύνουνε  την ώρα που σπινθηροβολούνε...

Γραμματέας: Εν καλά τούτα ούλλα αλλά με τον λοαρκασμόν του αποχετευτικού ηντα πον να γινεί; Τούτοι αύριο έννα την πέψουν δικαστήριο...

Δήμαρχος: Είπα της να πάει στο καλό να πνάσει νάκκο τωρά που εν διακοπές τζιαί πνάζουν ούλλοι, τζιαί να ξανάναρτουν πουποδά... Κάτι εννάβρουμε να την βοηθήσουμε...

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ: ΝΑ ΣΥΓΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΑΣ

Γραμματέας: Εν τζιαί να πιστέψεις, τωρά.  Εννάρτει δαμέ τζιήνη η γνωστή σου που ήρτεν την άλλη φορά, έκατσεν δαμέ, έφαεν σου μιαν ώρα τζιαί είπες μου έφυεν δίχα να σου πει τίποτε...Αθυμάσαι που έφυεν κλαμένη;

Δήμαρχος: Αθυμούμαι, αλλά εν τζιαί είπα σου την αλήθκια τότες κόρη μου.. Ήντα που έσιεν να σου πω; Ότι ήρτεν να μου πει ότι επούλησεν την ο φίλος της τζιαί επήεν πίσω στην γενέκα του, τζιαί άφησε την σύξηλη; Τζιαί ότι αρώταν με ήντα που πρέπει να κάμει γιατί αγάπαν τον πολλά είπεν μου; Τζιαί ενεσκέφτετουν ότι αν το μάθεννεν ο άντρας της έσιεν να την ισφάξει μες την στράτα; Επόνησα το στομάσιην μου τότες... Ξέρεις η νέα μόδα τωρά είναι παντρεμένοι ελεύθεροι να γυρεύκουν ούλλοι φίλον τζιαι φιλενάδα. Δκιαλύουν τα σπίδκια τους για ένα κομμάτι κρέας...Τζιαι να πεις ότι μεινήσκουν νιστιτζιοί πριν τον γάμο τους; Εν χορτάνουν σιόρ; Τζιαί αφού κάμνουν, υποτίθετε τζιαί τόσο τζιαιρό μαζί...Για να γνωριστούν λαλούν καλλίτερα...Παλιά το κρεβάτι το νυφικό εχωρεύκαν το τρεις ημέρες... Ξέρεις γιατί; Γιατί την ώρα που εμπαίνναν μέσα, είχαν κάτι να δώκουν ο ένας του άλλου που εν το... έπιαεν άλλος πριν να παντρευτούν... Τωρά εν ούλλοι πολυμεταχειρισμένοι την ώρα που παντρεύκουνται... Όπως τα αυτοκίνητα τα μεταχειρισμένα! Ήνταλως έννα σταθούν τζιαμέ να κάμουν σπίτι, άμα εμάθαν να τζιημούνται μιαν ποτζιή τζιαί μιαν ποδά; Εν αντέχουν τίποτε...Ας έρτουν καλέ να παρακολουθήσουν τα μαθήματα που κάμνουμε στο Δημαρχείο...Να μάθουν ήνταλως να συνεννούνται μεταξύ τους τζιαί να στήνουν οικογένεια...Όϊ οι αρσενιτζιοί να γυρίζουν τα πούκικα τζιαι τες μάππες, τζιαί οι θυλητζιοί που το πρωί ως την νύκτα τες νισιαρούες...;

Γραμματέας: Ποιες εν οι... νισιαρούες Δήμαρχε;

Δήμαρχος: Τούτες κόρη που τους ρινίζουν τα νίσια τους τζιάι βάφουν τους τα με το βρουτσί...Τζιαί αρπάσσουν τους τζιαί ένα μεροκάματο...Να σου πω κόρη πριχού ξιάσω, επιασεν με τηλέφωνο τούτη τζιαί είπεν μου έθθαρτει γιατί είπεν μου έκαμεν ότι της είπα τζιαί ...επέτυχεν...

Γραμματέας: Μα ήντα μπου της είπες; Δηλαδή άμα είσαι Δήμαρχος πρέπει να καταλάβεις που ούλλα...! Νάσαι όπως τον αξονικό τον τομογράφο που άμα ρέξει ένας που το γραφείο σου να μπορείς να του πεις ήντα μπόσιει τζιαί να τούβρεις θεραπεία...Πε μου να χαρείς ήντα που της είπες τζιαί έλυσες το πρόβλημα της;

Δήμαρχος:  Έτο, είπα της: όταν ν’ακούσεις εν θέλεις τζιαι κάμνεις της κκελές σου, Τζι’ ο φίλος σου που δκιάλεξες στο πι και φι πουλά σε, ψάξε το μες στον νου σου κόρη μου τζιαι μεν πιστεύκεις πως επέλλανε που το θωρκίν τζιαι την κορμοστασιάν σου! Τζιν το κορμί το άτιμο που σουξουλιές σου βάλλει, βούττα το μες στην σίκλα τζι’άφηστο...Μεν του πιστεύκεις πως θωρεί αγάπες τζιαι τραούδκια, εν ούλλα το καττρίν τζιαί το βορτίν που τρέχουντε, χαρώσε τούτα ούλλα! Κάτσε για μιαν στιγμή τζιαί σκέφτουτο: Τον άντραν, τα μωρά σου, τζιήν τους γονιούς, τους φίλους σου, τζιαί εμάς που σ’αγαπάμε, τζιαί πιάσε νερό τζιαί γύρε του να σβύσεις τες... φωδκιές του, προτού καείς τζιαί κάψεις μας τζιαί παν τζιοι αθρωπιές σου! Τζιαί έφυεν σκεφτητζιή...

Γραμματέας: ‘Οϊ, όί Δήμαρχε, έκαμες      λάθος: αν ούλλες τούτες που τα πιάνουν πίσω που      τον άντρα τους τζιαι τούτοι ούλλοι που τα πιάνουν πίσω που τες γενέτζιες τους, πιάσουν νερό τζιαί γύρουν το πάνω τους να τους περάσουν οι φωδκιές, ο Υπουργός έννα θέλει να φέρει νερό που την Ελλάδα πάλαι...Νερό που τη Ελλάδα..

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΟΥ ΔΩΣΑΜΕ ΑΓΑΠΗ, ΜΑΣ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕ Του Σάββα Ηλιοφώτου – Πρώην Δημάρχου Στροβόλου

Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ-Του Σάββα Ηλιοφώτου-Πρώην Δημάρχου Στροβόλου

ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΤΙΜΩΡΙΑΣ Του Σάββα Ηλιοφώτου-Πρώην Δημάρχου Στροβόλου