ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΕΝΟΥΝ ΞΥΠΝΙΕΣ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ
Την ποιητική μου συλλογή ΜΕΝΟΥΝ ΞΥΠΝΙΕΣ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ, την αφιερώνω
στην οικογένειά μου στην οποία ξεχωριστή θέση έχουν οι δύο εγγονούλες μου,
η Margaux και η Adèle,που ελπίζω μέσα από τα ποιήματά μου να μπορέσουν να με γνωρίσουν καλύτερα μηδενίζοντας τη γήινη απόσταση που μας χωρίζει.
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Το σκέφτηκα πολύ, στο τέλος το αποφάσισα. Θέλησα να
με κρατάς στα χέρια σου για να σου ανοίγω τα μονοπάτια
του μυαλού μου μέσα από τα ποιήματά μου. Το ξέρω… τώρα
θα ψάχνεις να βρεις για... το ποιο, το πότε, το γιατί…, τι
κρύβουν με άλλα λόγια οι λέξεις. Θα γίνεις κι εσύ από
μόνος σου ένας αναζητητής και τότε η απόφασή μου θα έχει
δικαιωθεί. Φρόντισε μόνο να μη πέσεις μέσα σε αυτά που
εγώ απέφυγα την ώρα που το μελάνι των δακρύων της
χαράς και της λύπης μου έραινε το βιβλίο τούτο με τις λέξεις
της ζωής μου. Τα δικά μου αποτυπώματα αισθημάτων, συ-
ναισθημάτων, φόβων και ανησυχιών συναντιούνται με τα
δικά σου και ανάλογα μας βγάζουν σε ξέφωτο ή μαζί ψά-
χνουμε και ανιχνεύουμε από τη μια ή ζούμε από την άλλη
το σκοτάδι.
Ευχαριστώ τα ποιήματά μου γιατί μου έδωσαν την ευκαι-
ρία να συνομιλήσω με τα… μέσα μου, να μοιραστώ… μαζί
μου όσα δεν θα μπορούσα να μοιραστώ πριν από τη γέννα
τους με τους ανθρώπους που ζουν στα συναισθήματά μου
και που τώρα μπορεί ναι, μπορεί και όχι, να κρατούν τη συλ-
λογή αυτή στα χέρια τους. Είναι και όλα τα άψυχα που μι-
λούσαν τη γλώσσα μου και μου επέτρεψαν να συνθέσω μαζί
τους τον κόσμο μου και να πω με τις συνομιλίες μου μαζί
τους όσα με τα ζωντανά δεν θα μπορούσα ούτε στις γραμ-
μές των ποιημάτων μου. Μια σταγόνα από νερό, ένα βό-
τσαλο στην άμμο, μια λάμπα από φως στο στύλο του
δρόμου… Μια πεταλούδα, με ό,τι χρώμα της δώσει η φύση,
φτάνει στο τέλος να ’ναι η γαλάζια πεταλούδα μου που
άνοιξη, χειμώνα, όλες τις εποχές, θα είναι εκεί, ζωντανή και
αόρατη, να ομορφαίνει τη ζωή μου…
Σάββας Ηλιοφώτου
9
ΑΞΙΕΣ
Όταν ήμασταν νέοι
βγαίναμε στους δρόμους.
Νοιώθαμε τον
κάθε άδικο θάνατο
δικό μας.
Ζητούσαμε ειρήνη
απαιτούσαμε δικαιοσύνη.
Ξενυχτούσαμε
στις πρεσβείες του θανάτου
…έτσι τις λέγαμε τότες!
Τώρα χαθήκαμε ανάμεσα
στο τι είναι δίκαιο
και τι είναι άδικο.
Ψάχνουμε να βρούμε δικαιολογίες
για την απραξία μας.
Η κραυγή της μάνας που ρωτά
γιατί της σκότωσαν το γιο…
Η κραυγή της μάνας που ρωτά
γιατί κτυπάνε αθώους
και δεν κτυπάνε τρομοκράτες…
Πνίγεται στο μέτρημα εσόδων
από μια σχέση βαμμένη στο αίμα
όσων πάλαι ποτέ λέγαμε αδελφούς!
Σήμερα μάθαμε να μετράμε
τα συμφέροντα στην αριθμομηχανή
που κάποτε μετρούσαμε αξίες!
Οι ζωές οι αθώες ξεπουλιούνται
στα βάθη της θάλασσας
εκεί που κοιτάμε να βρούμε
τα όσα αλόγιστα σκορπίσαμε
στην πρόσκαιρη ευτυχία μας…!
11
ΤΙ ΝΑ ΠΩ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ;
Τι να πω στον ποιητή
σήμερα που ντρέπομαι
να τον κοιτάξω στα μάτια;
Ότι δεν έμειναν μαλλιά
για να ρίξουμε πίσω
και ότι το πρόσωπο
από ντροπή γύρισε ανάποδα
και όχι για αυτά
που ο ίδιος είχε ονειρευτεί;
Να του πω ότι δεν πετύχαμε
να φυτρώσει ο σοσιαλισμός...;
Ότι ο κομμουνισμός
απέθανε στην Κύπρο;
Οι σφαίρες δεν σκότωσαν
τον ποιητή κατακαλόκαιρα
του Αυγούστου το ’74...!
Ο Δώρος ζει πάντα
στα ποιήματά του,
ζει στις γραμμές
των πονημάτων του...!
Οι σφαίρες που του έριξαν,
σηματοδότησαν
την αρχή του κατήφορου
στον οποίο καταλήξαμε σήμερα...!
Για να ντρεπόμαστε
να τον κοιτάξουμε στα μάτια...!
Τον ποιητή που ζει και αγωνίζεται μόνος,
για ψωμί και ελευθερία...!
12
Ο ΤΣΕ ΘΑ ΠΕΙ ΣΤΟΝ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Ήσουν, έλεγες, γόνος των νέων
που διάβαιναν τα σκαλοπάτια
που οδηγούσαν στη λευτεριά...!
Ήθελες όταν ήσουν νέος
να τους μοιάσεις...!
Δάκρυζαν τα μάτια σου
σαν έβλεπες τον εσταυρωμένο
ανάμεσα στους δύο ληστές!
Ήθελες, έλεγες, να μοιάσεις
μόνο σε Αυτόν...!
Τελικά έγινες ένα με τους ληστές!
Με χειροπέδες ανεβαίνεις
τα σκαλοπάτια του δικαστηρίου.
Τα όνειρα τσαλαπατημένα...!
Ο Βασίλης τραγουδά...
κρυφτείτε συντρόφια...!
Μικρό σε έλεγαν άγγελο...
Έφηβο σε έλεγαν πατριώτη...
Πρώτος στους δρόμους
ντουφέκια, φωνές και συνθήματα...
Ενήλικας, ντροπιασμένος, με τις χειροπέδες
ανεβαίνεις τα σκαλιά του δικαστηρίου.
Τώρα ξέρω γιατί βλέποντάς σε
σκίρτησε μέσα μου η χαρά...!
Μόνο τώρα θα ξαναγεννηθεί το όνειρο,
μόνο με απονομή δικαιοσύνης
θα ξεπλυθεί η ντροπή...!
Μόνο έτσι θα γυρίσει
ο Τσε να πει στον Αυξεντίου:
Να… τελικά τα κατάφεραν...!
13
ΟΙ ΒΟΜΒΕΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ
Τα τζιτζίκια συνεχίζουν
το μονότονο τραγούδι τους…
Οι βόμβες στο γειτονικό μας Λίβανο
συνεχίζουν να σκορπούν το θάνατο.
Το σκοτάδι μπορεί
να σταματήσει τα τζιτζίκια
και ο κρύος χειμώνας…
Τις βόμβες ούτε ο χειμώνας
ούτε το σκοτάδι...
Θεριεύουν στην κάψα του καλοκαιριού.
Ξυπνούν στο σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής.
Οι βόμβες δεν σταματούν
ούτε με το θάνατο…
Ο θάνατος είναι η ζωή τους!
Οι βόμβες θα πεθάνουν
όταν δεν θα υπάρχουν ζωές.
Όταν η ζωή στον πλανήτη πεθάνει
από τις βόμβες που θα σκορπούν
και το δικό τους θάνατο...
14
ΘΥΜΩΝΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΑΥΓΟΥΣΤΕ
Την ώρα που καθήμενος
στη βεράντα του σπιτιού,
με την αυγουστιάτικη
εξαφάνιση να μου τρυπάει
του μυαλού μου τις πιο απόκρυφες γωνιές
βυθίζοντάς με στη λίμνη των συναισθημάτων,
θυμώνω μαζί σου Αύγουστε:
- μήνα της νοσταλγίας
- μήνα της ξεκούρασης
- μήνα της αφραγκοσύνης
- μήνα της ποίησης
Δολοφόνε μήνα...
Μήνα που σε περιμένουν οι άνθρωποι
για να ρουφήξεις την κούραση του χρόνου...
Κι εσύ ρουφάς τη χαρά, το γέλιο, τη ζωή...
Μια η Κύπρος, μια ο Ήλιος...
Θέλεις με αίμα να σβήνεις την κάψα σου.
Κι οι άνθρωποι λες και αποζητούν τη δυστυχία τους,
ταξιδεύουν...
Συνεχίζουν να σε νοσταλγούν!
Συνεχίζουν να σε περιμένουν...
15
ΘΥΜΗΣΕΣ ΘΛΙΒΕΡΕΣ
Κάθε που Ιούλιος
όλα τα ’χει μαζεμένα...!
Πραξικόπημα, εισβολή, Μαρί...!
Η κάψα του καλοκαιριού
τρελαίνει τους ανθρώπους
που μεθούν το θάνατο,
που αναζητούν διέξοδο
στα ποτάμια το αίμα...!
Της Κύπρου που αιμορραγεί
τις αθώες ψυχές
του Γραμματικού, που φτερουγίζουν
αδικαίωτες...!
Κάθε που Αύγουστος
γεμάτος θύμισες θλιβερές!
Ταξιδεύουμε αναζητώντας λυτρωμό,
απλώνοντας στον ήλιο
και καίγοντας όσο κορμί απέμεινε
σε ένα μυαλό που χάθηκε
στις δεκαπέντε του Μάρτη,
στα ευρώ που μας πήραν
με τυλιγμένη μέσα την ψυχή
που πουλήσαμε, με όσα κουβαλήσαμε
από παππού και από γιαγιά...!
Από ήρωες που δοξάζουμε, χωρίς κόκκινο
χρώμα στο πρόσωπο...!
16
ΛΥΠΑΜΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΕ ΠΙΣΤΕΥΩ
Σε ακούω, σύντροφε, να ομνύεις
περί τα πιστεύω σου
στα της δίκαιης κοινωνίας...!
Να διαλαλείς με στόμφο την οργή σου
περί των πεπραγμένων των άλλων...!
- Λυπάμαι που δεν σε πιστεύω...!
Σου ξέφυγε η ευκαιρία...
Μας βρήκε το σκοτάδι
κοιτάζοντας τον ήλιο....!
- Λυπάμαι που δεν σε πιστεύω...
Θέλω ακούοντάς σε
να μιλάς με λόγια
που ήταν για μένα
οδοδείχτης προς την ευημερία
να σε πιστέψω!
Ακούοντας τα λόγια
που ήταν κάποτε
για μένα ξύπνημα,
λάβαρο για ταξικό αγώνα...
- Λυπάμαι που δεν σε πιστεύω...!
Τα λόγια σου μου θυμίζουν
το «κύμβαλο αλαλάζον» που
άκουα μικρός και δεν ήξερα...
- Τώρα ξέρω...!
Δεν είσαι εσύ η ελπίδα του κόσμου...!
17
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ
14 Αυγούστου 2005...
Γέμισε η Κύπρος μαύρα.
Χάθηκε το χαμόγελο...
σπάραξε η καρδιά,
έλιωσε και έγινε ένα βουβό δάκρυ...
Ένα δάκρυ
που κύλησε στη γη και πότισε
το μεγάλο γιατί!
Γιατί... γιατί... γιατί...
Γιατί, Θεέ μου, σαν ήθελες να φτιάξεις
το πάρκο των αγγέλων,
εκεί όπου οι άνθρωποι ήθελαν
να φτιάξουν χώρο για τα απόβλητά τους,
δεν το έλεγες...;
Μπορούσε να ακουστείς!
Γέμισες το δάσος άψυχα κορμιά.
Το βουνό έκανες έναν απέραντο θρήνο,
για να έχεις για πάντα
τις ψυχές των παιδιών.
Τόσα παιδιά, τόσοι νέοι άνθρωποι...
Τόσες μαύρες καρδιές!
Τόσος πόνος για να φτιάξεις
το πάρκο των αγγέλων...
Εκεί, που μόνο πουλιά
και αεροπλάνα
μπορούν να πετάξουν...
18
ΖΩΗ ΔΕΝ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ
Κοίταξα στα μάτια του μικρού
και πήρα κουράγιο...!
Τώρα έχει νόημα η ζωή, είπα,
και χωρίς να το καταλάβω
τα δάκτυλά μου σφίξανε
και γίνανε γροθιά!
- Ζωή δεν σε φοβάμαι..., φώναξα
Όταν τα απορημένα μάτια
ενός παιδιού γίνονται
γροθιά στα χέρια ενός ενήλικα...
Όταν το κλάμα ενός λαού
γίνεται ποτάμι οργής για
όσα παρέλειψε να κάνει
την ώρα που έπρεπε…
Όταν την ώρα της μεγάλης κατηφόρας
δεν ρωτάς ποιος
έφερε την κατηφόρα μπροστά σου...
Όταν την ώρα που κοιτάς στα μάτια
εκείνο το αγγελούδι, του ψιθυρίσεις:
«να φυλάγεσαι παιδί μου,
από τον κακό εαυτό σου».
Όταν του εξηγήσεις πως οι δανειστές
είναι όλοι οι ίδιοι, μόνιμοι κάτοικοι
στο τέλος του κατήφορου.
Όταν εξηγήσεις στο προσωπάκι
εκείνο το απορημένο ότι στον ίσιο δρόμο
δεν κατοικούν ποτέ οι δανειστές,
τότε θα του έχεις χαρίσει τη ζωή
που δεν μπόρεσες, την
ώρα που κατρακυλούσες,
να του δώσεις...
19
ΠΑΝΤΑ ΑΠΛΩΜΕΝΟ
Ακούω τα κύματα οργισμένα
να σπάνε στα βράχια του είναι μου…
Το βουητό μιας ζωής
τρικυμισμένης
να πλησιάζει να μου αρπάξει
την ευτυχία μιας αναζήτησης
ζωής ολόκληρης…
Ανατριχιάζω… Οργίζομαι…
Φωνάζω: Θεέ μου, γιατί;
Για το γιο που σου
πήραν οι άνθρωποι…;
Η φωνή μου αντίλαλος
σε έναν κάμπο,
λουλουδότοπο απέραντο,
γεμάτο με πεταλούδες…
Κόκκινες, μαύρες, κίτρινες,
μόνο μια πεταλούδα μπλε...!
Τόσο όμορφη, τόσο γλυκιά
όσο όλες μαζί οι άλλες
πεταλούδες του κάμπου…!
Φτερουγίζει στον κόρφο μου,
κουρνιάζει τρομαγμένη
Γίνομαι αετός που φεύγει,
που πετά μακριά.
Το χέρι του Θεού
πάντα απλωμένο…!
20
ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ
Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπό σου
και όμως το ξέρω πως ήσουν εσύ…
Όταν άπλωνες το χέρι
να σκουπίσεις τα δάκρυά μου
που έτρεχαν στο μαξιλάρι βροχή.
Η άυλη μορφή σου, Παναγιά μου,
μου είναι γνωστή.
Σε καρτερούσα κάθε βράδυ
με την προσευχή μου να ’ρθείς.
Μου ζητούσες να αγγίξεις
την πεταλούδα που κρατούσα
σφιχτά στην αγκαλιά μου.
Σου είπα:
«Μόνο αν είναι να πάρεις
μακριά το κακό» και κοίταξες
με μάτια κλαμένα
το γιο σου που ήταν
ψηλά στο σταυρό…!
Πριν φύγεις ξανά
στο σκοτάδι της νύκτας το μαύρο
το φως σου, Παναγιά μου, μου είπε
να αφήσω την μπλε πεταλούδα
να πετάξει στον κάμπο
και είναι καλά… και είναι καλά…
και μπορεί να πετά…!
21
ΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ
Το τελευταίο το κάνω πρώτο
και το νοιώθω!
Το συναίσθημά μου
το κάνω λογική
γιατί δεν έχω επιλογή...!
Τη λογική να μπορούσα
να ξεπλύνω στην καρδιά,
για να τη δώσω
ερωτευμένη στη ζωή...!
Η καρδιά γεννάει
το συναίσθημα,
χωρίς τη λογική
το φέρνει στη ζωή...!
Η λογική στο άδειο
μας κεφάλι, με τα όσα
του έχουμε βάλει,
με τα όσα
του έχουμε διδάξει...!
Το συναίσθημά μου
μαζί στην αγκαλιά μου...!
Η λογική να είσαι,
λέει, μακριά μου...!
22
ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
Μελωδίες που βγαίνουν
από τις χορδές της νοσταλγίας
για όσα χάσαμε,
για όσα ονειρευτήκαμε,
για όσα προδόθηκαν,
για όσα πνίγηκαν
στα κύματα του ανέμου...!
Βιολί που μελωδεί τη λύπη
για τα ανεκπλήρωτα...!
Ήχος που σαλπίζει
το μεγάλο ξεσήκωμα...!
Καβάλα στο άτι του ήλιου
τραγουδούμε
τα όσα μας πίκραναν...!
Τον έρωτα που φτερούγισε
χωρίς να υπολογίζει...!
Λικνίζουμε το κορμί
πέρα ’δω και πέρα ’κει
στους ήχους μιας μελωδίας
που δοξολογεί αυτά
που νοσταλγήσαμε...!
Πεταλούδα της άνοιξης
που σε αναμένουμε...!
23
ΜΕΝΟΥΝ ΞΥΠΝΙΕΣ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ
Όταν η πόλη κοιμάται
μένουν ξύπνιες οι σκέψεις...!
Τα όνειρα βγαίνουν σεργιάνι,
σαν νυχτερίδες
που φοβούνται το φως...!
Σαν νυχτερίδες
που αναζητούν στο σκοτάδι
την επιβίωση τους...!
Την επιβίωση
που δεν μπορούν να βρουν
στο φως της ημέρας...!
Όταν η πόλη κοιμάται,
η ησυχία γίνεται αρχόντισσα...!
Οι σκέψεις και τα όνειρα
υπάκουοι υπηρέτες της...!
Καθάριος ο ουρανός
από σύννεφα...!
Γεμάτος πουλιά που πήραν
την μορφή των ονείρων μας...!
Άσπρα πουλιά... μαύρα πουλιά
συνυπάρχουν σε έναν ουρανό,
που τη μια λυσσομανά
και την άλλη είναι ξάστερος...!
Όπως οι άνθρωποι,
που τη μια σταυρώνουν
το Χριστό και την άλλη
εύχονται χαρμόσυνα
Χριστός Ανέστη...!
24
ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΣΟΥ
Ένα τόσο δα μικρό λουλούδι
στην άκρη του κήπου κοιτούσε
μέσα από τις σταγόνες της
νυχτιάτικης βροχής,
που στόλιζαν σαν
χριστουγεννιάτικα μπαλόνια,
τα πέταλά του...!
Το κοίταξα, το φίλησα, το ρώτησα
τη νεράιδα των λουλουδιών μην είδε!
Με κοίταξε... απόρησε και γέμισε
τον κήπο με το άρωμά σου...!
Οι σταγόνες άρχισαν να χορεύουν.
Και ανάμεσα στις φιγούρες
ζωγραφιζόταν η γαλάζια πεταλούδα
την ώρα που τα πέταλα του λουλουδιού
χόρευαν, αγκαλιά το ένα με το άλλο,
ένα ταγκό ατέλειωτο,
ίδια εσύ και εγώ,
αγκαλιασμένα...!
25
ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΕΡΙΕΡΓΗ
Είναι μια μέρα περίεργη,
μοιάζει σαν όλες τις άλλες
και όμως δεν είναι…!
Κρύβει το σύννεφο τον ήλιο
και τα δύο
μου κρύβουνε τον ουρανό
που θέλω τόσο να κοιτώ...!
Είναι μια μέρα περίεργη...
Τόσο βάρος στην ψυχή μου να κρατώ...
και όμως μπορώ να περιμένω
ίσαμε αύριο,
που τον ουρανό και πάλι
με τα δικά μου μάτια
θα μπορέσω να κοιτάξω...!
26
ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ
Στο βαθούλωμα του
καναπέ μου βυθισμένος,
με το μυαλό να σεργιανίζει
στη σιωπή της θλίψης μου,
ταξιδεύω με καράβι
ένα μίζερο χρόνο που φεύγει
για ένα γιαλό φουρτουνιασμένο
που πνίγει απρόκλητα
και απρόσκλητα τα όνειρά μου...!
Γλάρος τρομαγμένος η ελπίδα,
φτεροκοπά στην καρδιά μου!
Το κατάρτι κρατάω σφιχτά,
την ώρα που ο γιος του Αιόλου
μεθυσμένος ζητά
να το πάρει μαζί του!
Ανεμοδαρμένο καράβι
σέρνει η Γοργόνα τη μοίρα,
μέσα σε ένα χρόνο που μπαίνει
χωρίς κανένας να ξέρει για πόσο,
ο Γλάρος κύκλους θα κάνει,
μέχρι σε απάνεμο λιμάνι
το καράβι να φθάσει
και ο Γλάρος να μπορεί
μακριά να πετάξει...!
27
ΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ
Χάθηκες στην άκρη του δρόμου,
σαν τα αερικό του παραμυθιού,
την ώρα που οι λεμονανθοί
των θλιμμένων σου ματιών μύρισαν
το κάθε σημάδι που άφησες πίσω σου...!
Μαζί σου το μισό του είναι μου,
αναχώρησε στον κόσμο του κενού
Εκεί που τα ανεκπλήρωτα όνειρα
έχουν το βασίλειό τους...!
Το άλλο μισό έμεινε να κοιτάζει
την ευτυχία που άφησες πίσω σου,
ραίνοντας με δάκρυα την ψυχή
που έμεινε να διερωτάται
αν ήταν όνειρο ή άλλο ένα δώρο
της τύχης, που γεμάτη τύψεις
για όσα μου στέρησε,
στέλλει τη νεράιδα του παραμυθιού
να μου κρατήσει λίγη συντροφιά
στο λυκόφως μιας ζωής που
αργά-αργά οδεύει στη δύση της...!
28
ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ
Εκεί που ξανοίγομαι
να ακούσω τι λένε
ανάμεσά τους τα άστρα,
το σύννεφο μπαίνει στη μέση
και μου κρύβει τις λέξεις.
Μου κρύβει το φεγγάρι
το σύννεφο που
κουβαλάνε οι λέξεις.
Οι λέξεις που σιωπούν
το τραγούδι
που θέλω να βγάλω,
την ώρα που οι νότες
μπαίνουν γραμμή.
Οι λέξεις που βγαίνουν
χωρίς η καρδιά να γνωρίζει,
σκόνη που σκεπάζει
τα άστρα, το φεγγάρι
και τον ήλιο μαζί...!
29
Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Άδεια είναι η νύχτα χωρίς εσένα…
Σε ψάχνω στα άστρα,
ρωτώ μη σ’ έκλεψε το φεγγάρι…
Αγγίζω τη στάλα από νερό
μη κρύφτηκες μέσα…!
Καίγομαι στη ζάλη της ανησυχίας
για το μακρύ της εξαφάνισής σου...!
Έγινες τελικά μέρος της μοναξιάς μου...
Τραγούδι στο θρόισμα
των φύλλων του δένδρου,
την ώρα που ο άνεμος αθόρυβα
περνά να τους πει μια καλησπέρα
και αυτά του τραγουδούν...
Πότε χαρούμενα και πότε λυπημένα...
Για να μου θυμίσεις την απουσία σου,
γίνεσαι τελικά μέρος της μοναξιάς μου...!
30
ΑΚΟΥΣΕ
Απέραντη ησυχία...
Σσς.... άκουσε μόνο
το ψιθύρισμα που φέρνει
το θαλασσινό αγέρι,
την ώρα που το μικρό λυθρίνι
χορεύοντας
μπαινοβγαίνει στο νερό...
Σσς... άκουσε το κύμα που
συναντά στην άμμο τα κοχύλια
της αιώνιας αγάπης μου
και χορεύουν μαζί
σε ένα βαλς παθιασμένο...
Για σένα... για μένα…
για όσα όνειρα θα γίνουν
αφρός για να ταξιδεύσουν
εκεί που μόνο οι γλάροι
και τα δελφίνια μπορούν...
Σσς... άκουσε μόνο
τον αποχαιρετισμό και το δάκρυ
την ώρα που το καράβι
ξεκινά ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό.
Σσς... άκουσε...
31
Η ΣΙΩΠΗ ΣΟΥ
Κολυμπώ στη σιωπή σου
και τα ανείπωτα λόγια σου
μελωδίες στα αυτιά μου.
Νότες μουσικής που συνθέτουν
τον ανέκφραστο έρωτά σου.
Φτερούγες που ανοίγουν
ασπίδα προστασίας να σκεπάσει
όσα τα λόγια
μπορούν να πληγώσουν!
Χέρι αδύναμο που απλώνει
να πιάσει βοήθεια από μένα
που μπορώ να ακούω καθαρά
μέσα από τη σιωπή σου,
την ώρα που τα λόγια γίνονται
ανήμπορα να πουν
όσα η σιωπή σου χαράσσει
στη μνήμη μου...!
32
ΜΟΝΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΠΟΡΕΙ
Ανεβαίνει ολόγιομο απόψε το φεγγάρι,
μαζεύοντας τα όνειρα και με καταγραμμένες
τις κρυφές συνομιλίες που κάνουμε με τα αστέρια,
την ώρα που τους ξομολογούμαστε
τα απόκρυφα του μυαλού και της καρδιάς μας…
Ανεβαίνει ολόγιομο απόψε το φεγγάρι,
κραδαίνοντας τα μυστικά
που του εμπιστεύονται οι άνθρωποι,
όπως μόνο το φεγγάρι ξέρει να κρατά...!
Σφραγίζοντας για πάντα μια σχέση εμπιστοσύνης
με τους ανθρώπους που θέλουν να του λένε τα
μυστικά τους, να του εκμυστηρεύονται τον έρωτά τους.
Το κοιτώ να μου χαμογελά ανεβαίνοντας,
πλημμυρίζοντας με συναισθήματα
τα βεβαρυμμένα κύτταρα του μυαλού μου
και κάνοντάς τα να ξανανιώνουν όταν μου
κλείνει το μάτι μέσα από τις απέραντες σκιές του...!
Εκεί... που κρατά τα δικά μου μυστικά
για όσα όνειρα δεν μπόρεσα ποτέ μου να αγγίξω,
μα που πάντα το φεγγάρι τα κάνει πραγματικότητα
την ώρα που εκείνο και εγώ συνομιλούμε…
Την ώρα που το κοιτώ να ανεβαίνει ολόγιομο,
κραδαίνοντας σφιχτά τα μυστικά και τις ελπίδες του κόσμου,
που μόνο το φεγγάρι μπορεί να κρατήσει με τόση αγάπη,
με τόσο φως!
33
ΤΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
Είναι στιγμές που θέλω
να είσαι κοντά μου
και όμως είσαι τόσο μακριά…!
Γίνεσαι τόσο απόμακρη
όσο και η μακρινή άρκτος...
...όσο και αν ομορφαίνει
τον αστρόφωτο ουρανό
κάθε βράδυ του χειμώνα.
όπως ακριβώς εσύ ομορφαίνεις
τον χειμώνα μέσα μου...!
Τα αποτυπώματα από το πέρασμά σου
θα μείνουν στη δική μου ψυχή
κοντά στα τόσα άλλα που άφησες
που όλα μαζί ζωγραφίζουν
τις σημαντικότερες
στιγμές της ζωής μου...!
34
ΑΔΙΕΞΟΔΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ
Ο ήλιος κατηφορίζει για τη θάλασσα
λες και θέλει να πλύνει τις ακτίνες του...!
Βάφει τον ουρανό κατακόκκινο
την ώρα που οι γλάροι
κάνουν τα τελευταία πετάγματά τους,
στους ρυθμούς που η καρδιά μου
πλημυρίζει με ανάκατα συναισθήματα!
Τη μια ανατέλλω μαζί του
και την άλλη βυθίζομαι στα όλο αλμύρα νερά του,
τα βαμμένα με το κόκκινο του αίματος
από έναν ήλιο που όλο ανατέλλει
και όλο δύει...
σκορπώντας τη μοναξιά
σε ανθρώπους που έχουν δώσει την καρδιά τους
σε μια μονόδρομη, αδιέξοδη διαδρομή,
που μόνο μοναχικές πεταλούδες συναντάς
και που μόνο αδελφές ψυχές τη γνωρίζουν...!
35
ΘΑΛΑΣΣΟΦΙΛΗΤΗ ΜΟΥ
Η θάλασσα μια απέραντη ορχήστρα.
Οι γλάροι μπαλαρίνες που χορεύουν
με τη μουσική της…
την ώρα που οι νότες της συνοδεύουν
τα βήματά σου στην αμμουδερή
σκηνή που στήθηκε σήμερα
για να δεχτεί την ομορφιά σου…!
Και εγώ… αναμένω…!
Και όλο αναμένω…
το αεράκι της θάλασσας
που σου χαϊδεύει το πρόσωπο,
να σου φέρει το μήνυμα πως
είμαι εδώ και περιμένω…
και περιμένω… και περιμένω…
Περιμένω να μου φέρουν
οι ακτίνες του ήλιου
την εικόνα σου την ώρα που
μπροστά από τη σκιά σου
ζωγραφίζεται στην άμμο
η μορφή σου…!
Περιμένω το αεράκι να μου φέρει
το τραγούδι που ψιθυρίζεις…
Την ώρα που η γαλάζια θάλασσα
γίνεται ένα με τα μάτια σου,
θαλασσοφίλητή μου!
36
ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ
Δεν θέλω τώρα να μιλάει κανείς.
Όλοι τώρα... θέλω να σωπάσουν!
Ό,τι είχαν να μου πουν τελείωσε.
Έχουν αργήσει...!
Δεν είναι τώρα η στιγμή!
Το σε αγαπώ ψυχή μου
το λες την ώρα που
η ψυχή είναι ακόμα ζωντανή.
Την ώρα που… σιγά... σιγά...
θα κλείνω τα μάτια,
μόνο τα βλέφαρά μου θέλω
να μου κλείσεις...!
Χωρίς λόγια, δίχως κλάμα.
Κουνώντας το μαντήλι,
με ένα φιλί που ο αγέρας
θα φέρει κοντά μου…
Και με ένα αντίο δίχως κλάμα
να με αποχαιρετήσεις...
37
38
ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΑΝΤΑΜΩΣΟΥΜΕ
Τα βήματά μου σέρνω
στο σκληρό πλακόστρωτο ενός κόσμου
που έχει τις πέτρες του βαλμένες μία μία
εκεί που κάθε βίωμά μου
έχει αφήσει το σημάδι του...!
Βαλμένες εκεί που κάθε στιγμή που λείπεις
αφήνει μια αιμάσσουσα πληγή.
Το σεληνόφως, καθώς περπατώ,
φωτίζει τα βήματά μου με φως
που φθάνει από τόσο μακριά
όσο και το απέραντο βάθος
του δικού μου ουρανού...!
Φως που αγκαλιάζει
τα βήματα που σέρνω
ζεστά και τρυφερά,
την ώρα που τα αστέρια
του σύμπαντός μου
υποκλίνονται στη σκέψη σου!
Το φεγγάρι φοβάται
το σκουντούφλισμα
μιας αγάπης που σαν πέσει
ποτέ δεν θα μπορέσει
να γεννήσει πεταλούδες,
σε μια άνοιξη που φυσιολογικά
θα έπρεπε να ακολουθήσει
τον παγωμένο μου χειμώνα...!
Και περπατώ... και περπατώ…
Χωρίς προορισμό,
σε έναν αδιέξοδο δρόμο
που εσύ και εγώ
ποτέ δεν θα ανταμώσουμε.
ΙΘΑΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗ
Ξύπνησα μέσα στο τίποτα…
Κουκκίδα στον ωκεανό
των αποριών και των αναζητήσεων.
Πού να πάω, τι να κάνω, τι να πω…
Με ποιον να μιλήσω…
Οι σκέψεις αράδα
τριβελίζουν το μυαλό
και αναζητούν ένα άδειο χαρτί,
μια οθόνη να χωθούν μέσα
για να γίνουν ακόμα
ένα περισπούδαστο κείμενο
που θα το διαβάζουν,
στην καλύτερη των περιπτώσεων,
την ώρα που το ένα χέρι
θα αλείφει με ηλιέλαιο την πλάτη
ενώ το μάτι θα κοιτά τα πρώην στήθη
που τώρα φιλοξενούν τεμάχια σιλικόνης.
Κάναμε τη ζωή μας περίπλοκη,
με τόσες αναλύσεις την ημέρα
από τόσους ειδικούς
που το μυαλό τους
δεν εξέθεσαν ούτε μια ώρα
στον ήλιο της γνώσης!
Γιατί γνώρισαν το μόνο ήλιο
που νομίζουν ότι υπάρχει…
Αυτό που χρησιμοποιούν
τα γυναικεία κορμιά
για να μαυρίζουν…!
Κι, όμως, η ζωή είναι τόσο απλή
όσο δυο μαυρισμένοι γλουτοί στην παραλία,
όσο δυο μάτια απορημένα
που σε κοιτούν στα μάτια.
39
Αφήσαμε τα απλά
να γίνουν περίπλοκα.
Δεν κλείσαμε τα αυτιά στις σειρήνες
που τώρα τους λένε
λαμόγια, τραπεζίτες.
Ο δικός μας Οδυσσέας
δεν ταξίδευσε ποτέ…
Οι δικοί μας ωκεανοί
για αυτόν ήταν λιμνούλες,
έτσι νόμιζε, στο χωριό του για να παίζει...!
Τον Κύκλωπα τύφλωσε ο Οδυσσέας
για να σώσει τη ζωή των συντρόφων του
Εμάς μας τύφλωσαν για να πάρουν τη ζωή μας…
Ο κορμός του ταξιδευτή Οδυσσέα
στα μάτια μας έγινε η ψεύτικη ευημερία.
Σπίτια, ταξίδια, κότερα,
αρώματα και μπιχλιμπίδια!
Συνεχίζουμε το ατέρμονο ταξίδι
αναζητώντας μια Ιθάκη
χωρίς Πηνελόπη να μας περιμένει…
Τη Σκύλα και τη Χάρυβδη
τις κάναμε Μνημόνιο και Τρόικα.
Κοιτάζαμε τα παιδάκια
που έκτιζαν σπιτάκια στην άμμο
και κάναμε τη δική μας ζωή
το ίδιο να τους μοιάζει.
Τώρα ακούμε αναλύσεις...
Με τις σκέψεις αράδα να τριβελίζουν
το μυαλό και να αναζητούν μια κόλλα,
μια οθόνη, να χωθούν μέσα.
Περιμένοντας τα όνειρα καβάλα στην ελπίδα
να ’ρθούν να μας συναντήσουν…!
40
ΕΙΣ ΘΥΜΗΣΗ, ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΛΕΕΙ!
Μια απόδειξη εισφορά δέκα ευρώ...
στην τσέπη του παντελονιού μου...
εις μνήμη, λέει, της θανούσης...!
Ανοησίες...! Ποια μνήμη;
Αυτή λέγεται στέρηση ζωής...
Απελπισία, θυμός, οργή, ορφάνια...!
Όλα κρυμμένα σε μια απόδειξη δέκα ευρώ...
Για δυο ζωές που δεν ξεκίνησαν
καλά-καλά να ζουν...
Για μια ζωή που χάθηκε ανατολή του ήλιου,
σμίγοντας φως και σκοτάδι σε ένα ανεξήγητο
γιατί, γιατί, γιατί...
Εις θύμηση, θα έπρεπε να λέει,
μιας κοινωνίας που δεν μπόρεσε
να σε κρατήσει στη θέρμη που αναδύει
το φως της ζωής...
Μιας κοινωνίας που σε άφησε
να πλέεις στο έρεβος
μιας αδυσώπητης μοναξιάς,
όπου ούτε τα τιτιβίσματα
των χελιδονιών σου
δεν μπορούσαν να φτάσουν...!
Ποια να ’ναι εκείνη η δύναμη που
έκρυβε το χαμόγελό σου
για να μπορέσει να το σβήσει
με ένα πήδημα
την ώρα και από εκεί
που μπορούσες να δεις
τον ήλιο να ανατέλλει,
κουβαλώντας, όπως πάντα,
την ελπίδα για τη ζωή...
Αιωνία σου η θύμηση...!
41
ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Το άγαλμα της Ελευθερίας γιόρταζε
με τόσους ποιητές απλωμένους στα πόδια του
να θέλουν να εκφράσουν μέσα στο μισοσκόταδο,
που άπλωνε γύρω το πέπλο του,
τα φωτισμένα ποιήματά τους.
Ελευθερία και ποίηση αιώνιο συναπάντημα
που απόψε σφραγίζει
σε μια πόλη μοιρασμένη τη μοίρα του...
Την ώρα που η ζωή γύρω κυλά αδιάφορη
στους τέσσερις τροχούς,
οι ποιητές σέρνουν τα βήματά τους
σε ένα δρόμο που η άσφαλτος
σκέπασε το πλακόστρωτο
όπως η κατοχή σκεπάζει την ελευθερία
και τρομάζει την ποίηση
στη μόνη μοιρασμένη πρωτεύουσα!
Και όμως οι ποιητές με το φως του κεριού
διαβάζουν τους στίχους τους
την ώρα που η φωνή του Χότζα θυμίζει,
αντί την πολυπολιτισμικότητα,
την παρουσία της κατοχής
Που και αυτήν ακόμα τη φωνή του
κάνει να ακούγεται ξένη στη χώρα της!
Στα στενά δρομάκια της όμορφης πόλης
η ζωή βρίσκει την έκφρασή της
μέσα από τα λόγια των ποιητών,
που διαλαλούν με τους στίχους τους
πως η ελπίδα είναι εδώ, ζωντανή,
σημαιοφόρος στην αέναη πορεία
της ποίησης προς την ελευθερία
και της ελευθερίας προς την ποίηση.
42
ΑΡΩΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ
Σε ρωτούν αν είσαι καλά
και δεν ξέρεις τι να απαντήσεις.
Γέμισε ο πόνος γύρω σου
και εσύ ανέγγιχτος!
Βαραίνει το κενό που αντικατέστησε
τον αέρα που αναπνέεις γύρω σου.
Γίνεται ο πόνος τ’ αλλουνού
υποκατάστατο οξυγόνου,
που σε πνίγει σε κάθε στροφή
αναζήτησης του ονείρου
που σου υφάρπαξαν ανοιξιάτικα...!
Την ώρα που οι πεταλούδες
και τα χρυσάνθεμα
μαρτυρούσαν την άνοιξη
που δεν μπορούσε
με τίποτα να μην έλθει.
Λαθρεπιβάτης στο τρένο
της εντολής που σου δώσαμε,
Καβαλάρης στο μαύρο άτι
των λαθών μας,
σε περιμένει η εκδίκηση
του ονείρου που σκότωσες!
Την ώρα που το άρωμα
της ανοιξιάτικης ελπίδας
φτάνει ασθμαίνοντας
την όσφρησή μας,
ζωγραφίζοντας την εικόνα
ενός πρόσκαιρου κόσμου
στον οποίο δίνουμε
πιο πολλή σημασία
από όση του αξίζει…
43
ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ
Το χελιδόνι παίρνει το δρόμο του…
Ο ουρανός ντύνεται τη μόνιμη συννεφιά του.
Η ανεμελιά της ξαπλώστρας
γίνεται ο εφιάλτης της πραγματικότητας!
Εσύ πρέπει να συνεχίσεις να ζεις.
Στο κάτω-κάτω χελιδόνι ήταν…
έπρεπε να ξέρεις πως θα φύγει!
44
ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ
Είσαι τόσο μακριά…
και όμως ακούω
την αναπνοή σου που πάλλεται,
στους ήχους της αγωνίας σου
για έναν αγώνα που πρέπει να κάνεις
για να κερδίσεις μια ζωή
που δεν σου χαρίστηκε...!
Ακούω τη φωνή σου,
τη γεμάτη δύναμη και ελπίδα,
την ώρα που ανεβαίνεις
τα σκαλιά της κλινικής,
αναζητώντας να νικήσεις τη μοίρα
που σε συνάντησε αγκαλιά
με την αδυσώπητη
γονιδιακή πραγματικότητα…
Μια πραγματικότητα
που σου δόθηκε
με τη δημιουργία σου,
λες και ο Θεός αδυνατούσε
να διορθώσει τα λάθη που έκανε…
Τα δικά Του γονιδιακά λάθη
γίνονται Γολγοθάς
για να δοκιμάσει τις αντοχές σου.
Γίνονται μια μάχη
που θα την κερδίσεις
με τη δύναμη
που φρόντισε να σου δώσει.
Με την αγάπη μας,
την πύρινη ρομφαία,
που θα είναι πάντα κοντά σου,
για να σε προστατεύει!
45
ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΟΙ
Πεταλούδα με τα γαλάζια μάτια,
θα σε περιμένω στη γύρη των λουλουδιών...
να ρουφήξουμε το νέκταρ
που οι θεοί δίνουν σ’ αυτούς που αγαπούν
για να τους έχουν αθάνατους.
Πεταλούδα μου γαλάζια,
γαλάζια και λευκή,
του κάμπου σημάδι ζωής...!
Ο ύπνος σου μια μελωδία,
η αγκαλιά σου ένας ουρανός
γεμάτος αστέρια φωτεινά.
Μας καλούν μαζί να χαθούμε
στο σύμπαν που ζουν οι άγγελοι,
που ζουν αγαπημένοι που μας καρτερούν...
Συμφωνούν πως δεν είναι η ώρα
να οργανώσουν το πάρτι
στην κοιλάδα που μόνο ψυχές τριγυρνούν.
Κοιτάζουνε κάτω και μας ευλογούν.
Μιλούν στους αγγέλους και λένε:
δεν είναι η ώρα, δεν είναι η στιγμή.
Να μας δώσει ο Θεός, του ζητούνε,
τα χρόνια που έχασαν εκείνοι.
Δακρύζουν και το απαιτούν…
Στου σκοταδιού το βασίλειο
που μόνο οι φωτισμένες
τους ψυχές τριγυρνούν,
δυο άγνωστοι δίνουν τα χέρια,
μας βλέπουν και χαμογελούν...!
46
ΕΛΠΙΔΑ
Κοιτώ το φως να μαρτυρεί,
στο βάθος του ορίζοντα,
την ύπαρξη ζωής,
σε ένα σκοτάδι γύρω μου
που γίνεται όσο προχωράει
η νύχτα και πιο βαθύ.
Τα μάτια κοιτάζουν το φως…
Μόνο έτσι μπορούν να
διαπεράσουν το σκοτάδι.
Η ψυχή κοιτάζει την ελπίδα…
Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ζωή.
Το τραγούδι του γρύλλου,
το φτερούγισμα του νυχτοπουλιού,
η αλεπού που βγήκε σεργιάνι,
το κουδούνισμα την ώρα
που το πρόβατο ξύνει το κεφάλι,
όλα μαζί μαρτυρούν
ότι μέσα στο βαθύ σκοτάδι του κάμπου
υπάρχει ζωή!
Αερικό και φωτεινό σημάδι
στο έρεβος της ζωής μου…
Ελπίδα να παραμένει
ζωντανή και δυνατή!
47
ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ
Καβάλα στου ανέμου το φύσημα,
με το βλέμμα το βουβό
να διαφεντεύει
το γλυκόπικρο χαμόγελο
που ζωγραφίζουν τα χείλη σου,
φωτίζεις τις τόσες σκέψεις
που απρόκλητα και απρόσμενα,
κατοικοεδρεύουν
στου μυαλού μου το σαλόνι
και συννεφιάζουν τις μέρες
που θα έπρεπε να είναι
καλοκαιρινές και ασύννεφες...!
Μύρο αναβλύζει το βλέμμα σου
και γίνεται πηγή της ζωής
που θα ήθελα να είχα
και που χάθηκε στις περιπλανήσεις
των δύσβατων μονοπατιών που διάλεξα,
την ώρα που δεν ήξερα να περπατήσω…
Δεν χρειάζεται να ξέρεις!
Περπάτα το μονοπάτι σου…
Μπορεί και να με συναντήσεις!
48
ΜΙΚΡΟΣ ΠΕΡΙΜΕΝΑ
Μικρός περίμενα ροδοκόκκινο
το ηλιοβασίλεμα της ζωής μου.
Να αγναντεύω από το βράχο
από τη μια
τα χρόνια που πέρασαν
και από την άλλη
τη γαλήνη
των χρόνων που έμειναν!
Βότσαλα στην ακροθαλασσιά
οι καημοί και τα βάσανα
μιας ζωής που πέρασε.
Γλάροι να πετούν
και να βουτούν στα νερά,
τα χρόνια που έμειναν!
Βότσαλα στην ακροθαλασσιά
για να σβήνουν απάνω τους
και να ηρεμούν τα κύματα,
την ώρα που ο ήλιος
θα κατεβαίνει
για να ξεπλύνει στα γαλανά νερά
τα αρώματα του κόπου
και τις πληγές του πόνου,
που συνάντησε στο σεργιάνι του
στη γήινη πραγματικότητα.
49
ΩΣ ΑΛΛΟΣ ΑΙΓΕΑΣ
Σκότωσαν τους γλάρους,
τους έριξαν τραυματισμένους
στα νερά τα φουρτουνιασμένα.
Τους άφησαν να παλεύουν
στα αδυσώπητα κύματα της ζωής...!
Και εμείς... μείναμε
να αγναντεύουμε το πέλαγος...!
Να περιμένουμε το καράβι να φανεί
που θα φέρει το μήνυμα
ότι ο Μινώταυρος απέθανε...!
Ως άλλος Αιγέας...
50
Η ΣΙΩΠΗ
Η σιωπή του πελάγους των ανησυχιών
που σκέπασε την άλλοτε
πολυλογούσα γλώσσα μου,
λαλεί όσα η πολύφερνη καρδιά
κουράστηκε να ομιλεί
εις ώτα μη ακουόντων!
Βουβή η βοή του κύματος...
Βουβά και τα παιγνιδίσματ’α του
με τα βότσαλα που κοσμούν
την εναπομείνασα αμμουδιά
που άλλοτε άπλωνες αμέριμνα
το δικό σου ανήσυχο κορμί…
για να το χαϊδέψουν οι ακτίνες του ήλιου
που πάντα άφηναν πάνω σου
το επισκεπτήριο που εγώ
δεν μπόρεσα ποτέ να σου αφήσω...!
Σημάδι ανεξίτηλο η σιωπή
όταν λαλιέται εκεί που άλλοτε
δινόντουσαν χιλιάδες λέξεις...
μέσα από τη μόνη λέξη
που το πέλαγος με τη βουή του
άφηνε να φτάσει στα αυτιά σου...!
51
ΑΓΑΠΗ
Ένα μικρό τόσο δα φως,
ακουμπισμένο στο στύλο του δρόμου,
μου κρύβει το φως των αστεριών
που φωτοσταλίδα της νύχτας,
σταλμένο βάλσαμο,
ταξιδεύει το απέραντο
για να με συναντήσει.
Στο τέλος ενός ανήφορου
που όλο και ανεβαίνω
και όλο αυτό μακραίνει…
Σκοτάδι βιασμένο από το φως
η ζωή μου…
Φως βιασμένο από το σκοτάδι
ο δρόμος μου…
Πεταλούδα που ξέμεινε…
Ελπίδα η αγάπη σου...!
52
ΑΠΛΗΣΙΑΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Εκεί που λες δεν σε νοιάζει
αρκεί κάτι για να σε ταράξει.
Κάτι για να σε κάνει
να καταλάβεις πόσο η καρδιά
είναι δοσμένη σε έναν έρωτα
που δεν αντέχει απειλές…!
Και όμως, κανείς δεν σου είπε…
τη λέξη σε αγαπώ
δεν άκουσες ποτέ…
Διαβάζεις μέσα από τα βήματα
και τα μυριάδες τα μηνύματα.
Μέσα από τα μάτια που δακρύζουν
για το απλησίαστο όνειρο.
Μέσα από την αγκαλιά,
την πιο γλυκιά που είχες ποτέ.
Διαβάζεις όσα τα λόγια δεν λένε,
την ώρα που τα χείλη
κεντούν με τα δάκρυα που κυλούν
μια πεταλούδα θλιμμένη.
Εκεί που λες δεν σε νοιάζει,
στο φθινόπωρο τρομάζεις.
Μια πεταλούδα τον κάμπο
τον έχει δικό της,
τυχερός που εκεί μέσα
είσαι και εσύ…
53
ΧΩΡΙΣ ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ
Αγκαλιά με τη σιωπή του βουνού
αγγίζω το άπιαστο.
Ακούω τον ήχο της βροχής
που περνά για να δώσει ζωή
σε ένα δένδρο που το άφησα μόνο
για να κυνηγώ
το θνητό και το παράλογο.
Με τη σιωπή του βουνού
ξεπλένω κάθε σημάδι που άφησε
το πέρασμα μιας απογοήτευσης,
την ώρα που άπλωνα το χέρι
να αγγίξω την ψυχή μου
που έπαιρνες μαζί σου,
χωρίς ένα δάκρυ
για αποχαιρετισμό.
54
ΤΑ ΒΑΤΡΑΧΑΚΙΑ!
Στο ποτάμι εκεί που περπατούσα…
τα βατραχάκια με ρωτούσαν να τους πω
γιατί περπατάω μόνος και γιατί τα αγαπώ…!
Έξυσα το κεφάλι και κοίταξα τα άστρα
ψηλά στον ουρανό…!
Ακούμπησα τον ώμο
σε ένα δένδρο να σκεφτώ...
- Η φωνή τους… δεν είναι ωραία
- Το κορμί τους… γιαξ, είναι αντιπαθητικό!
- Με μάτια γουρλωμένα, ζούνε στο ποτάμι
μέσα στο βρώμικο νερό…!
- Με την άσχημη φωνή τους
τραγουδούν τη μοναξιά…!
Πάνω-κάτω στη γραμμή,
από το πάρκο
στο ποτάμι σαν πηδάνε,
σαν κοάζουν με την άσχημη…
μονότονη φωνή, γίνονται
για μένα συντροφιά μοναδική!
Δεν ρωτάνε πού και πώς
και ποιος, ούτε και γιατί…!
Κάθε βράδυ καρτεράνε
να περάσω να τους πω
πόσο πολύ τα αγαπώ…!
Και αυτά χοροπηδάνε
πάνω-κάτω στο δρομάκι
και γυρνάνε πίσω στο νερό!
55
ΘΑ ΓΙΝΩ ΓΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΣΟΥ
Θα γίνω γάτος στην αυλή σου
να σου κρατάω συντροφιά
όταν απ’ έξω θα γυρνάς
χορτάτη, κουρασμένη
και λιωμένη στο... κρασί σου!
Νιάου νιάου και ψι ψι…
να τριγυρνάω στην αυλή!
Θα γίνω γάτος στο περβάζι σου,
να με φωνάζεις στο κρεβάτι σου...
Θα γίνω γάτος στη σκεπή σου,
αφού το αναζητά η ψυχή σου!
Νιάου νιάου και ψι ψ ι…
να τριγυρνάω στην αυλή!
Στο κρεβάτι σου αν μπεις
χωρίς τον γάτο σου να δεις,
όλη τη νύχτα θα γυρνάς
μια εδώ και μια εκεί
και νιάου νιάου θα λαλείς!
Νιάου νιάου και ψι ψι…
να τριγυρνάω στην αυλή!
Από την αυλή στα κεραμίδια
να γυρεύω την ψιψίνα…!
Στο περβάζι σου τσιτάτος
την ώρα που θα λες…
μα πού είναι ο γάτος;
56
Νιάου νιάου και ψι ψι…
να τριγυρνάω στην αυλή!
Σε τρόμαξαν, γατούλα μου,
τα νιάου και τα ψι ψι μου;
Δείξε μου τα νύχια σου
να φοβηθεί η ψυχή μου!
Νιάου νιάου και ψι ψι…
να τριγυρνάω στην αυλή!
Φώναξε… σκάσε, γάτε μου,
θα ακούσει ο σύντροφός μου…
Θα πει δεν θέλω γάτο στην αυλή,
φέρε σκύλο να χαρείς!
Νιάου νιάου και ψι ψι…
να τριγυρνάω στην αυλή!
Να βγω από την πορτούλα σου,
να φύγω απ’ την αυλή σου!
Και όταν τον γάτο σου θα αναζητάς,
στα πόδια σου να τριγυρνά…
Νιάου νιάου και ψι ψι…
να τριγυρνάω στην αυλή!
Να με φωνάζεις δυνατά
να τρέχω… να πηδώ
μες στην αγκαλιά σου να χωθώ…!
Νιάου νιάου και ψι ψι…
Στην αγκαλιά σου θα με βρεις!
57
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Βήμα-βήμα περπατώ στις σκέψεις μου…
Τις αναμνήσεις ανασύρω...
Τις φυλαγμένες με τα αρώματα
των στιγμών που έζησα!
Σωσίβιο στο ραγισμένο κόσμο
των συναισθημάτων μου…
…της μπερδεμένης ζωής που ζω...!
Μέλισσα περιπλανώμενη
ψάχνω στις αναμνήσεις τη γύρη
που θα θρέψει τις αγωνίες και τα γιατί…
Ποτέ δεν θα βρω την απάντηση…
παρά μόνο στα όνειρα και στις φαντασιώσεις,
τα φυλαγμένα εκεί που μόνο με ποιήματα
μπορώ να φτάσω…
58
ΜΑΝΑ
Η νύχτα δεν αρκεί
με όσα σκοτάδια
και αν κουβαλά.
Με όσες νυχτερίδες
και νυχτοπούλια
και αν ρουφήξουν
το λιγοστό φως
των αστεριών της.
Φωτεινό αστέρι,
που ακόμα
και αν πέφτει,
χαρακιά από φως
η μορφή σου.
Ελπίδα ανεξίτηλη,
μάνα, η αγάπη σου.
59
Σχόλια